Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Η Διεθνής Κρίση.


Από τον προπερασμένο Σεπτέμβριο στις δημόσιες και ιδιωτικές συζητήσεις μας μπήκε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο η διεθνής κρίση. Μου είναι εμφανές ότι αυτή η ορμητικότητα της κρίσης παράγει μια αντίστοιχη ορμητικότητα στις σκέψεις των συζητούντων, που όμως είναι εξαιρετικά κακός σύμβουλος για ένα πρόβλημα του οποίου η αντιμετώπιση επιβάλλει νηφαλιότητα.

Νομίζω πως η κατανόηση του φαινομένου ακόμη κι απ τους εμφανιζόμενους σαν ειδικούς είναι πολύ επιφανειακή κι ότι επομένως μια προσπάθεια ερμηνείας της θα είναι ωφέλιμη, έστω και προερχόμενη από μη ειδικό, έστω κι αν δεν είναι πια τόσο επίκαιρη. Θα αρχίσω με μια κατά το δυνατόν συνοπτική περιγραφή των παραγόντων η λειτουργία των οποίων δημιούργησε τη κρίση και θα τελειώσω αναφερόμενος στην κρίση καθεαυτή, που τότε όπως ελπίζω θα είναι ήδη κατανοητή.

Οι Τράπεζες

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται φυσικά το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Όπως όλοι ξέρουμε, οι τράπεζες είναι το σύστημα που παράγει το χρήμα. Ο μηχανισμός παραγωγής χρήματος ίσως είναι λιγότερο γνωστός και γι αυτό καλό θα ήταν να τον περιγράψουμε. Για να δούμε την εικόνα με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, θεωρήστε ότι δεν υπάρχουν τράπεζες και ότι περιγράφουμε το ξεκίνημα της λειτουργίας τους.

Στην κοινωνία μέχρι στιγμής, με την υπόθεσή μας, κυκλοφορεί κάποιο χρήμα του οποίου ένα μέρος δαπανάται για τις καθημερινές χρήσεις, αλλά κάποιο άλλο μέρος είναι αποταμιευμένο, εννοείται στα σπίτια αυτών που το έχουν, αφού τράπεζες ακόμη δεν υπάρχουν. Ξαφνικά η κυβέρνηση εκδίδει τους νόμους που επιτρέπουν την ίδρυση τραπεζών με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα.

Οι νόμοι αυτοί δημιουργούν ένα θεσμό όπως ας πούμε η Κεντρική Τράπεζα, που κατά την ουσία της δεν είναι τράπεζα, είναι απλώς το κέντρο του τραπεζικού συστήματος που θα δημιουργηθεί. Σ αυτήν προσέρχονται κάποιοι πλούσιοι, οι οποίοι προτίθενται να δημιουργήσουν τράπεζες και για να αποκτήσουν αυτό το δικαίωμα καταθέτουν εκεί ένα ποσόν. Ας πούμε λοιπόν ότι κάποιος καταθέτει ένα δισεκατομμύριο στην Κεντρική Τράπεζα. Μ αυτό αποκτά μια τράπεζα που έχει το δικαίωμα να εκδίδει δάνεια ύψους πολλαπλάσιου, που για το παράδειγμά μας ας υποθέσουμε ότι είναι 10 δισεκατομμύρια. Ναι, δέκα, δεν διαβάσατε λάθος, το δεκαπλάσιο του κατατεθέντος ποσού. Στην Αμερική ας πούμε είναι τόσο ακριβώς. Και οι εκπλήξεις για όσους δεν έχουν ξανακούσει γι αυτό το θέμα μόλις άρχισαν. Η πρώτη τράπεζα μόλις έχει δημιουργηθεί.

Πάει τώρα κάποιος στην τράπεζα, και ζητάει ένα δάνειο ύψους 10 δισεκατομμυρίων. Η τράπεζα καταρτίζει μια σύμβαση μαζί του που περιγράφει πως θα αποπληρωθεί, σε ποιο διάστημα, με τι δόσεις, και φυσικά με ποιό επιτόκιο. Στην σύμβαση βέβαια καθορίζονται και οι εγγυήσεις του δανείου, που συνήθως είναι ακίνητη περιουσία. Η εγγύηση μπαίνει στο χρηματοκιβώτιο της τράπεζας και ανοίγεται ένας λογαριασμός στο όνομα του δανειολήπτη με ύψος το ποσόν των 10 δις.

Η περιγραφή αυτή υποθέτω ότι δεν προκαλεί έκπληξη. Ακολουθεί όμως το απλό ερώτημα: και πού βρέθηκαν τα χρήματα που μπήκαν στον λογαριασμό του δανειολήπτη; Και η απάντηση είναι απλούστατη. Πουθενά.

Με τον δανεισμό που πραγματοποιήθηκε, απλώς προστέθηκε μια λογιστική εγγραφή στην τράπεζα. Μια εγγραφή που δίνει το δικαίωμα στον δικαιούχο του λογαριασμού να χρησιμοποιήσει 10 δις, τα οποία όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχουν πουθενά, δημιουργούνται εκ του μηδενός με την πράξη του δανείου. Μόλις παρήχθησαν 10 δισεκατομμύρια. Η τράπεζα έκανε την δουλειά της, παρήγαγε χρήμα.

Ο δικαιούχος μας τώρα παίρνει τα 10 δισεκατομμύρια, εννοείται σε επιταγές, και πληρώνει κάποιους, οι οποίοι με τη σειρά τους τις παίρνουν και με την εξαίρεση ίσως ενός πολύ μικρού ποσοστού που θα χρησιμοποιήσουν για κατανάλωση τις καταθέτουν σε δικό τους λογαριασμό. Αυτός μπορεί φυσικά να ανήκει σε άλλη τράπεζα, αλλά πρώτον στο παράδειγμά μας άλλη τράπεζα δεν υπάρχει, και δεύτερον δεν έχει καμία σημασία, τα χρήματα ξαναγύρισαν στο τραπεζικό σύστημα.

Αυτό το μικρό ποσοστό που ανέφερα θα μπορούσε να θεωρηθεί μηδέν, γιατί βέβαια μια πράξη δανεισμού δεν θα άλλαζε τις ζωές των κατοίκων και επομένως ούτε την άμεση κατανάλωση, άρα ούτε τα χρήματα που χρειάζεται να κυκλοφορούν με την μορφή νομίσματος. Για να μη θεωρηθεί ότι υπερβάλλω, δέχομαι ότι όποιος πήρε το δάνειο θα φάει στα ψιλά κι ένα μικροποσό για το οποίο θα χρειαστεί μετρητά. Επομένως, αφού νέα νομίσματα χρειάζονται ελάχιστα, το μόλις παραχθέν χρήμα σχεδόν στο σύνολό του θα είναι ξανά στην τράπεζά μας, η πληρέστερα, στο σύστημα.

Απλή δουλειά η τραπεζική, έτσι; Δίνεις σε κάποιον ένα χαρτί που λέει ότι έχει λεφτά, αυτός στο παραδίδει πίσω, ενδεχομένως με την μεσολάβηση ενός τρίτου με τον οποίο συναλλάσσεται, και μετά υποχρεούται να το ξεπληρώσει κιόλας, και μάλιστα με τόκο. Δηλαδή, επιστρέφοντας το δάνειο, αυτός θα υλοποιήσει το χρήμα που παρήχθη απ την τράπεζα με την πράξη του δανεισμού, και θα το δώσει στην τράπεζα. Και με το κατιτίς παραπάνω, μην ξεχνιόμαστε.

Όπως αντιλαμβάνεστε, η μηχανή αυτή είναι αυτό που πάντα ονειρευόντουσαν οι αλχημιστές. Μιλάμε ξεκάθαρα για την φιλοσοφική λίθο. Παραγωγή χρυσού εκ του μηδενός δεν ήθελαν; Ε, οι τραπεζίτες μας το κατάφεραν. Και όπως ακριβώς οι αλχημιστές έλεγαν ότι είναι υποχρεωτικό στην αρχή να έχεις λίγο χρυσό για να παραγάγεις τον καινούργιο, έτσι και οι τραπεζίτες χρειάζονται για την δουλειά τους ένα μικρό αρχικό κεφάλαιο. Το ένα δέκατο, αν θυμάστε. Αλλά εδώ έχουμε το επόμενο ενδιαφέρον σημείο. Οι τράπεζες, εκτός του αρχικού ποσού που μπορούν να δανείζουν, του δεκαπλάσιου δηλαδή του κεφαλαίου τους, μπορούν επιπλέον να δανείζουν και ένα ποσοστό των καταθέσεών τους, πχ το 90%.

Αυτό σημαίνει ότι το ποσό που ξαναμπήκε στην τράπεζα αφού εκταμιεύτηκε, και που φυσικά ξαναμπήκε ως κατάθεση στην ίδια ή σε άλλη τράπεζα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για νέο δανεισμό στο 90% της κατάθεσης. Δηλαδή τώρα, η τράπεζά μας μπορεί να δανείσει μέχρι άλλα 9 δισεκατομμύρια, δηλαδή το 90% των 10 δισεκατομμυρίων που έχει ως καταθέσεις. Δηλαδή με το αρχικό δισεκατομμύριο έχουν ήδη δημιουργηθεί 19 δισεκατομμύρια συνολικά.

Και η ιστορία δεν τελειώνει εδώ, γιατί και τα 9 θα επανακατατεθούν, και επομένως η τράπεζα μπορεί να δανείσει το 90% απ αυτά, δηλαδή άλλα 8.1 δισεκατομμύρια, κι απ αυτά μόλις ξαναμπούν να δανείσει άλλα 7.2 δισεκατομμύρια και ούτω καθεξής. Το άθροισμα 9 +8.1+7.2+6.3 κλπ έχει όριο τα 100 δισεκατομμύρια. Επομένως συνολικά από 1 δις μας προέκυψαν 110. Καλή δουλειά ακόμη και με αλχημιστικά μέτρα, έτσι;

Όλα αυτά βέβαια είναι απλές λογιστικές εγγραφές στο σύστημα. Και επομένως το πρόβλημα που έχει κάθε τράπεζα, το απολύτως κρίσιμο πρόβλημα, είναι να τα καταφέρει να μην έρχεται κόσμος να ζητάει την ίδια ώρα τα λεφτά του, όπως ας πούμε σε στιγμές πανικού. Γιατί βέβαια τότε η τράπεζά μας θα καταρρεύσει.

Ένα δεύτερο πολύς σημαντικό πρόβλημα προκύπτει απ την ίδια την φύση του τραπεζικού συστήματος. Αφού μόνον αυτό παράγει χρήμα, αν ας πούμε το σύστημά μας κατάφερε να δανείσει φέτος τα 100 δισεκατομμύρια για ένα χρόνο με επιτόκιο 3%, αυτό σημαίνει ότι στο τέλος του χρόνου πρέπει να του επιστραφούν 103 δισεκατομμύρια. Αλλά αφού το μόνο χρήμα που υπάρχει είναι αυτό που παράγεται απ τις τράπεζες, αυτά τα 3 που περισσεύουν δεν υπάρχουν. Ο μόνος τρόπος να υπάρξουν είναι το τραπεζικό μας σύστημα να τα παραγάγει του χρόνου, με νέο δανεισμό βεβαίως. Επομένως η ευστάθεια του συστήματος εξαρτάται απ τη δυνατότητά του να παράγει συνεχώς περισσότερο χρήμα δανείζοντας, να υπάρχει δηλαδή αυτό που λέμε ανάπτυξη. Αν τα δάνεια δεν αυξάνονται με ρυθμό ταχύτερο απ το επιτόκιο, τότε δεν θα υπάρχουν αρκετά χρήματα για την αποπληρωμή των δανείων, κι επομένως το τραπεζικό σύστημα θα μπει σε κρίση.

Και μπαίνουμε στο τρίτο σημαντικό πρόβλημα, στην πραγματική πια οικονομία. Αν το σύστημα μπει σε κρίση, θα προσπαθήσει να την καταπολεμήσει μεταφέροντάς την πρώτα στους δανειζόμενους απ αυτήν. Ας θυμηθούμε ότι οι δανειζόμενοι παρείχαν εγγυήσεις που ήταν ακίνητη περιουσία, πχ σπίτια, τα οποία τώρα θα χάσουν, προκειμένου οι τράπεζες να μπορέσουν να βρουν τα χρήματα που έχουν ανάγκη.


Το χρηματιστήριο

Το χρηματιστήριο είναι ο κατ’ εξοχήν ανταγωνιστικός προς τις τράπεζες μηχανισμός του συστήματος. Στο χρηματιστήριο πηγαίνουν οι επιχειρήσεις που χρειάζονται κεφάλαια για την ανάπτυξή τους, αλλά που δεν θέλουν να τα δανειστούν απ τις τράπεζες. Εκδίδουν μετοχές της επιχείρησης, τις οποίες αγοράζουν άλλες επιχειρήσεις ή το κοινό προσφέροντας επομένως στην επιχείρηση τα χρήματα που θέλει.

Θεωρητικά, πράγμα που ίσχυε και στην πράξη πριν πολλά χρόνια, ο λόγος που αγοράζουν όλοι αυτοί τις μετοχές είναι ότι θέλουν μερίδιο απ τα κέρδη που αναμένουν να έχει η επιχείρηση, ανάλογο με το ποσοστό της επιχείρησης -δηλαδή τις μετοχές- που αγόρασαν. Αν δηλαδή μια επιχείρηση έχει κέρδη 10% το χρόνο, τότε αγοράζοντας μετοχές της θα πάρουμε κι εμείς 10% σαν μέρισμα, δηλαδή τοκίζουμε κι εμείς τα λεφτά μας με 10%, πολύ περισσότερο απ τον τόκο που θα παίρναμε αν βάζαμε τα λεφτά μας στην τράπεζα.

Στην πράξη βέβαια αυτό δεν ισχύει πια εδώ και πολύ καιρό. Το χρηματιστήριο είναι χώρος ελεύθερης αγοράς, όπου ισχύουν οι κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Αν λοιπόν ο κόσμος προβλέπει ότι μια επιχείρηση θα πάει καλά, θα θέλει τις μετοχές της. Αύξηση της ζήτησης μετοχών αυξάνει τις τιμές τους, κι αυτή η αύξηση τιμής συντελείται σε χρόνο πολύ μικρότερο απ όσο χρειάζεται η επιχείρηση για να παραγάγει αντίστοιχα κέρδη. Το χρηματιστήριο λοιπόν μετατρέπεται σε προεξοφλητικό μηχανισμό κερδών ή ζημιών.

Ας σκεφτούμε λοιπόν την επιχείρηση που αναμένεται να έχει κέρδη 10% σε ένα χρόνο. Ο προεξοφλητικός μηχανισμός αποκομίζει τα κέρδη αυτά σε μια δυο μέρες. Όμως η μετοχή δεν βγαίνει απ τον πίνακα όταν έχει προεξοφλήσει τα αναμενόμενα κέρδη της, πρωτίστως επειδή δεν ξέρουμε πόσα θα είναι αυτά. Αυτό σημαίνει ότι δημιουργείται ένα δεύτερο επίπεδο υπολογισμών, που δεν αφορά την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά την εξέλιξη των προβλέψεων σε σχέση με την επιχείρηση. Προβλέποντας ότι η επιχείρηση θα έχει κέρδη 10% σε ένα χρόνο, δημιουργήσαμε το μηχανισμό που αποκομίζει το κέρδος αυτό σε μια μέρα. Προβλέποντας τώρα ότι ο κόσμος θα προβλέψει τα κέρδη στο 12% κι όχι στο 10%, μπορούμε να αποκομίσουμε κέρδη 12% σε μια μέρα, κι επιπλέον ένα κέρδος 2% την επόμενη μέρα, όταν ο κόσμος θα έχει διορθώσει την πρόβλεψή του. Επομένως το χρηματιστήριο μετατρέπεται σε μηχανισμό όχι μόνο προεξοφλητικό αλλά και ενισχυτικό των κερδών.

Εκτός απ αυτό όμως, οι μετοχές μιας επιχείρησης γίνονται ένα καινούργιο προϊόν της, ως επί το πολύ ανεξάρτητο απ τα αρχικά προϊόντα της, και προφανώς το σπουδαιότερο απ όλα. Αυτό το προϊόν μπορεί να το διαχειριστεί η ίδια η επιχείρηση όπως και άλλες επιχειρήσεις, που ονομάζονται επενδυτικές τράπεζες.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε μια επιχείρηση και βγαίνετε στο χρηματιστήριο αναζητώντας κεφάλαια και εκδίδετε μετοχές των 10 € για να παραγάγετε κέρδος περισσότερο απ όσο είχατε μέχρι τώρα. Αν αντιληφθείτε ότι οι μετοχές σας πωλούνται στο χρηματιστήριο έναντι 30 € τότε προφανώς μπορείτε να πουλήσετε μέρος των μετοχών σας και να βγάλετε όσα κέρδη θα βγάζατε σε μια 10ετία. Τα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης σας είναι πολύ λιγότερο σημαντικά απ την γνώμη που έχουν οι άλλοι γι αυτά. Μπορείτε κιόλας να πουλήσετε όλη την επιχείρησή σας γιατί δεν την χρειάζεστε πια, αν πάρετε απ την πώληση τα κέρδη μιας 10ετίας ή και παραπάνω. Το προϊόν της επιχείρησής σας είναι οι μετοχές της.

Τώρα βέβαια αυτό το καινούργιο προϊόν δεν είστε ειδικός για να το επεξεργαστείτε. Και φυσικά το κενό που δημιουργείται θα καλυφθεί πολύ εύκολα. Οι ειδικοί σιγά-σιγά αρχίζουν και οργανώνονται, και στο τέλος του δρόμου έχουμε τις επενδυτικές τράπεζες.

Οι επενδυτικές τράπεζες είναι οργανισμοί που διαχειρίζονται μετοχικά προϊόντα (securities). Αυτά μπορεί να είναι μετοχές σαν κι αυτές που ξέρουμε καθώς και ομόλογα σαν κι αυτά που προσπαθεί το δύσμοιρο Υπουργείο Οικονομικών μας να πουλήσει. Αλλά όχι μόνον αυτά. Μπορούν να δημιουργούν κι άλλα προϊόντα που προκύπτουν απ την επεξεργασία αυτών των «πρωτογενών» υλικών. Τέτοια προϊόντα είναι τα παράγωγα (derivatives), για τα οποία αξίζει να μιλήσουμε λίγο πιο λεπτομερειακά.


Τα παράγωγα

Όπως όλοι ξέρουμε οι ενισχυτικές δυνατότητες που έχει το χρηματιστήριο μπορούν κατά καιρούς να δημιουργήσουν μια «φούσκα». Η χασούρα από ενδεχόμενο σκάσιμο της φούσκας είναι το γινόμενο δυο ποσοτήτων: της πιθανότητας να σκάσει επί την ζημιά που θα κάνει αν σκάσει.

Την πιθανότητα σκασίματος προσπαθούν να υπολογίσουν διάφοροι οργανισμοί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η αξιοπιστία υπολογισμού της είναι από πολύ μικρή έως ανύπαρκτη, με δεδομένο μάλιστα ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι η εκτίμηση που προσφέρει ένας μεγάλος οργανισμός είναι αμερόληπτη κι όχι ένας τρόπος να προξενήσει κατάρρευση που ενδεχομένως συμφέρει τον οργανισμό. Υπάρχει όμως ένας οργανισμός που ανεξαρτήτως της μεροληψίας του, μόνον εξαιτίας του μεγέθους και του κύρους του μπορούμε να εμπιστευόμαστε. Μιλάω για την Κεντρική Τράπεζα.

Όπως προηγουμένως είπαμε, το χρηματιστήριο είναι οργανισμός που συμπεριφέρεται (και) ανταγωνιστικά προς το τραπεζικό σύστημα για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι μια επιχείρηση πάει στο χρηματιστήριο ακριβώς για να αποφύγει τον δανεισμό από τράπεζες. Ο δεύτερος είναι λίγο πιο έμμεσος. Αν το χρηματιστήριο αρχίζει να φουσκώνει, πάρα πολύς κόσμος μπαίνει στο χρηματιστήριο, αποσύροντας φυσικά καταθέσεις απ το τραπεζικό σύστημα. Σε κάποια στιγμή το τραπεζικό σύστημα μπορεί να στεγνώσει τόσο, ώστε να αναγκάσει τον κεντρικό τραπεζίτη να βγει και να δηλώσει ότι το χρηματιστήριο είναι φούσκα. Και τότε φυσικά το χρηματιστήριο θα πέσει. Αν αυτό σας θυμίζει τον κ. Παπαδήμο και τις δηλώσεις του το 1999 έχετε καταλάβει σωστά.

Ο κίνδυνος λοιπόν σκασίματος είναι πάντα υπαρκτός. Αν μια μεγάλη επιχείρηση χρειάζεται να προστατεύσει τον εαυτό της, το μόνο όπλο που απομένει είναι η αμυντική αγορά, δηλαδή η αγορά ενός χαρτιού που θα ανεβαίνει όταν ένα άλλο ή μια ομάδα άλλων πέφτει. Τέτοια χαρτιά είναι τα παράγωγα.

Υποθέστε ότι είστε διευθυντής ενός θεσμικού επενδυτή μεγάλου όγκου, για παράδειγμα ενός ασφαλιστικού ταμείου. Μπορείτε να δώσετε 10 εκατομμύρια και να αγοράσετε 2 εκατομμύρια μετοχές μιας μεγάλης και σοβαρής εταιρείας με 5 € την μια. Οι μετοχές όμως μπορεί να ανέβουν πχ κατά 10% στο προσεχές δίμηνο οπότε έχετε κερδίσει 1 εκατομμύριο. Φυσικά μπορεί και να πέσουν κατά 10% οπότε θα χάσετε 1 εκατομμύριο. Μπορείτε να προστατευτείτε απ τον κίνδυνο αυτό;

Η απάντηση στο ερώτημά σας είναι τα παράγωγα, που μόνον θεσμικοί επενδυτές μπορούν να παίξουν. Αγοράζετε ας πούμε με 100,000 € ένα χαρτί που σας δίνει το δικαίωμα να αγοράσετε σε δυο μήνες τις δυο εκατομμύρια μετοχές με την σημερινή τιμή. Αν σε δυο μήνες η μετοχή έχει ανέβει 10%, ασκείτε το δικαίωμά που προκύπτει απ το χαρτί και αγοράζετε 2 εκατομμύρια μετοχές με 5 € την μια, δηλαδή 10 εκατομμύρια, που τώρα όμως κάνουν 5.5 € η μια, άρα συνολικά 11,000,000 €. Κερδίσατε λοιπόν 1 εκατομμύριο, μείον τις 100,000 που δώσατε για το χαρτί. Αν πάλι η μετοχή πέσει, τότε απλώς δεν ασκείτε το δικαίωμά σας και η χασούρα σας περιορίζεται στις 100,000 €.

Το γεγονός ότι τα παράγωγα αποτελούν άμυνα και βέβαια ότι παίζονται, σημαίνει ότι αύξηση της κίνησής τους δημιουργεί ενεργητικότατες τάσεις πτώσης των κανονικών μετοχών στο χρηματιστήριο, ώστε να βγει κέρδος απ αυτά. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα που είναι και πολύ δύσκολο να μελετηθεί δεδομένης της πολυπλοκότητας του. Το φαινόμενο είναι χαοτικό.

Τα στεγαστικά δάνεια.

Τα στεγαστικά δάνεια είναι απ τη φύση τους ένα απ τα φιλέτα των τραπεζικών δραστηριοτήτων. Κατ αρχάς δεν χρειάζονται εξωτερική εγγύηση, αφού η ίδια η κατοικία που αγοράζεται υποθηκεύεται στην τράπεζα που δίνει το δάνειο. Επιπλέον, όταν δανειοδοτείται μια μεγάλη επιχείρηση και η τράπεζα εκτιμά ότι έχει μια πιθανότητα 0.2% να μην πάρει πίσω τα λεφτά της, αυτό σημαίνει ότι με 0.2% θα χάσει όλα τα λεφτά, ενώ στον στεγαστικό τομέα επειδή οι δανειολήπτες είναι πολλοί το 0.2% σημαίνει ότι 2 στους χίλιους δεν θα πληρώσουν, αλλά πάντως θα πάρεις το 99.8% των χρημάτων σου. Η πιθανότητα, από μέρος των ενδεχομένων μετατρέπεται αμέσως σε μέρος του ποσού. Ο παράγων τύχη εξαφανίζεται.

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των στεγαστικών δανείων είναι ότι συχνότατα αποτελούν χώρο εμπλοκής της πολιτικής. Κάθε κυβέρνηση θεωρεί την στέγαση των πολιτών πεδίο υψηλής προτεραιότητας και θέλει να βοηθήσει την κατάσταση. Τι μπορεί να κάνει γι αυτό; Ο απλούστερος τρόπος βέβαια είναι η επιδότηση των δανείων αυτών, και μάλιστα αυτών που αφορούν την πρώτη κατοικία, είτε πληρώνοντας μέρος των δανείων είτε προσφέροντας κάτω απ το τραπέζι ένα άλλο δωράκι στις τράπεζες.

Υπάρχουν όμως και εξυπνότερες λύσεις. Μπορούμε να δημιουργήσουμε μια καινούργια τράπεζα η οποία θα αγοράζει τα στεγαστικά δάνεια απ τις άλλες τράπεζες. Αυτή η καινούργια της παρέας θα μπορεί να κερδίζει απ την διαφορά επιτοκίων, αν ας πούμε αγοράζει δάνεια που είχαν επιτόκιο 3% δίνοντας 2.8% στην τράπεζα που εξέδωσε αρχικά το δάνειο. Αν το ερώτημα που σας έρχεται στο μυαλό είναι «και γιατί να μη δώσει εξ αρχής η πρώτη τράπεζα το δάνειο με 2.8% αφού την φτάνει, να τελειώνουμε», απλώς δεν κάνετε για τραπεζίτης.

Αφού η αρχική τράπεζα έχει πάρει πίσω τα λεφτά απ το δάνειό της, έχει τώρα φρέσκα λεφτά απ τα οποία μπορεί να δανείσει το 90% - θυμηθείτε ότι οι τράπεζες δανείζουν το 90% απ τις καταθέσεις τους. Επομένως μ αυτή την πράξη θα πάρει 2.8% απ το πρώτο δάνειο και 3% απ το δεύτερο, που είναι το 90% του πρώτου, που θα το ξαναδώσει στην καινούργια τράπεζα – αγοραστή του δανείου και ούτω καθεξής.

Αν αυτά που σας λέω σας φαίνονται υπερβολικά, σας έχω νέα. Θυμάστε μήπως τα ονόματα Freddy Mac και Fannie Mae; Ε, αυτή την δουλειά ακριβώς κάνανε. Αγοράζανε τα στεγαστικά δάνεια των τραπεζών, και έφτασαν να έχουν όλα τα στεγαστικά δάνεια της Αμερικής στο πορτοφόλι τους. Δώδεκα τρισεκατομμύρια, ναι, ναι, 12 με 12 μηδενικά.

Και που έβρισκαν οι Freddy Mac και Fannie Mae τόσα λεφτά να αγοράζουν δάνεια; Α, πάλι απορρίπτεσθε ως τραπεζίτης. Δεν χρειάζεται ντε και καλά νάχεις λεφτά για τέτοιες αγορές. Μπορείς κατ αρχήν να δανειστείς απ το τραπεζικό σύστημα, αν του περισσεύουν λεφτά. Μπορείς όμως και να εκδίδεις χαρτιά που αφορούν διάφορα πακέτα δανείων, που τα αγοράζουν με τη σειρά τους άλλες επιχειρήσεις απ ευθείας ή στο χρηματιστήριο, που φουσκώνοντας δίνει την οικονομική επιφάνεια που χρειάζεται. Εννοώ επιχειρήσεις σαν την Lehman Brothers, κάπου το θυμάστε κι αυτό το όνομα, έτσι;

Τώρα βέβαια οι τράπεζες έχουν ανάγκη να διευρύνουν τον κύκλο εργασιών τους, δηλαδή να δώσουν περισσότερα στεγαστικά. Αλλά αυτό σημαίνει και επέκταση του κύκλου των δανειοληπτών σε πιο επικίνδυνες περιοχές, δηλαδή σε ανθρώπους που δεν είναι τόσο βέβαιη η δυνατότητά τους να αποπληρώσουν το δάνειο. Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό θα το δούμε λίγο αργότερα.


Τα golden boys

O John Kenneth Galbraith ήταν ένας απ τους μεγαλύτερους οικονομολόγους του προηγούμενου αιώνα. Κατάφερνε να συνδυάζει την επιστημονική πληρότητα με την διεισδυτικότητα και την δυνατότητα εμβάθυνσης, κι όλα αυτά χωρίς να χάνει απ το μυαλό του το δυσεύρετο common sense που από επιστημολογική άποψη είναι και το θεμέλιο των επιστημών. Δυστυχώς οι θέσεις του τον έκαναν αντιπαθή στην μεν δεξιά γιατί υπερασπιζόταν τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κράτους, στην δε παραδοσιακή αριστερά γιατί δεν ήταν μαρξιστής. Ήταν επιπλέον αντιπαθής στους υψηλού επιπέδου οικονομολογικούς κύκλους γιατί οι ευστοχότατες παρατηρήσεις του που έδειχναν τις ξεκάθαρες τάσεις της οικονομίας και της κοινωνικής εξέλιξης διέψευδαν τα μοντέλα οικονομίας πάνω στα οποία δούλευαν οι υποψήφιοι για Νόμπελ.

Μια απ τις εξαιρετικά εύστοχες παρατηρήσεις του Galbraith ήταν ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις έτειναν να ανεξαρτητοποιούνται απ τους ιδιοκτήτες τους, κι αυτό για δυο βασικούς λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η ανάγκη για κεφάλαια οδηγεί τις επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο με συνέπεια την διάχυση του κεφαλαίου σε πολλούς ιδιοκτήτες, εκ των οποίων κανείς δεν μπορεί να ασκήσει εξουσία μόνος του. Αναγκαστικά λοιπόν προτείνεται ένα συμβιβαστικό σχήμα διοικητικού συμβουλίου του οποίου τα μέλη έχουν την εμπιστοσύνη των μεγάλων κεφαλαιούχων της επιχείρησης, αλλά και την δυνατότητα να βρίσκουν με τη σειρά τους συμβιβασμούς στους στόχους της που επομένως δεν ταυτίζονται με τους στόχους κανενός απ τους ιδιοκτήτες.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με την επιστημονική γνώση και την εξειδίκευσή της. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Henry Ford μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι ήξερε την δουλειά οποιουδήποτε εργαζόμενου στις επιχειρήσεις του καλύτερα απ τον ίδιο, και αυτό του επέτρεπε να ελέγχει απολύτως την επιχείρησή του. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε ούτε να το ονειρευτεί οποιοδήποτε διευθυντικό στέλεχος μιας αυτοκινητοβιομηχανίας 50 χρόνια μετά. Στην πραγματικότητα κανένας διευθυντής καμιάς σύγχρονης επιχείρησης δεν μπορεί να ελέγξει επί του περιεχομένου της δουλειάς τους τους περισσότερους εργαζόμενους υψηλού επιπέδου στην επιχείρηση. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι αυτοί τρόπον τινά αυτονομούνται και ότι οι διευθυντές τους μπορούν να τους ελέγξουν μόνο στην βάση της επιτυχίας των στόχων που οι ίδιοι καθορίζουν.

Σύμφωνα με τον Galbraith λοιπόν τα διοικητικά στελέχη έτειναν να δημιουργούν μια νέα τάξη καθ’ εαυτήν, που υποκαθιστά τους κεφαλαιούχους στην λήψη αποφάσεων. Αυτή την τάξη την ονόμασε τεχνοδομή (technostructure). Φυσικά η άποψή του αυτή συνάντησε τεράστιες αντιδράσεις και στην ουσία απορρίφτηκε απ το κύριο ρεύμα της οικονομικής επιστήμης. Κι όταν, όπως πρόσφατα συνέβη, η τεχνοδομή έκανε την παρουσία της περισσότερο από εμφανή σε σημείο να αναγκαστούν να την δουν, της έδωσαν ένα καινούργιο όνομα, λιγότερο λειτουργικό αλλά ευκολότερα κατακριτέο ηθικά. Μιλάω βέβαια για τα golden boys.

Όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί εύκολα, η τεχνοδομή δεν μπορεί να ελεγχθεί απ τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης, και επομένως τείνει να δρα λιγότερο προς το συμφέρον τους και περισσότερο προς ίδιο συμφέρον. Στόχος της επιχείρησης πια δεν είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους αλλά η μεγιστοποίηση του κύκλου εργασιών που αυξάνει την ηγεμονία της τεχνοδομής. Το κέρδος αρκεί να βρίσκεται μέσα σε πλαίσια που να ικανοποιούν τους ιδιοκτήτες.

Η τεχνοδομή φυσικά δεν αρκείται σε μια λιτή ηγεμονία, φροντίζει και για τα υλικά της αγαθά. Ένα μέρος αυτών, όπως για παράδειγμα πολυτελή αυτοκίνητα, διαμονή σε εξαιρετικά ξενοδοχεία, πάρτι με φιλοχρήματες κυρίες όχι εξαιρετικά αυστηρών ηθών κλπ, τα αποκομίζει ως προνόμια της θέσης χρεώνοντάς τα στην επιχείρηση ως έξοδα. Ένα άλλο μέρος, όχι λιγότερο σημαντικό το παίρνει ως αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων εξωφρενικού ύψους bonus που μόλις πρόσφατα έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό λόγω της κρίσης.

Όμως το βασικό πρόβλημα με την τεχνοδομή δεν είναι το ηθικό αλλά το λειτουργικό. Ο χειρισμός των χρημάτων που δεν μας ανήκουν, όπως όλοι ξέρουμε απ τον Δημόσιο τομέα στην Ελλάδα, είναι ένας δρόμος γεμάτος πειρασμούς που μπορεί στην χυδαία ελληνική δημόσια εκδοχή του να παράγει νομικά επιλήψιμη διαφθορά, σε πιο λεπτές όμως εκδοχές να γεμίζει τις τσέπες των στελεχών με χρήματα και ταυτόχρονα να καταστρέφει τεράστιες επιχειρήσεις εντελώς νόμιμα. Πάμε με ένα παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε ότι είστε διευθυντής μιας μεγάλης επενδυτικής τράπεζας και η καρέκλα σας τρίζει. Ξέρετε δηλαδή ότι άνευ απροόπτου στο τέλος του χρόνου απολύεστε. Έχετε στον υπολογιστή σας ένα ενδιαφέρον πλάνο. Σύμφωνα μ αυτό η επιχείρηση κερδίζει επιπλέον 40 δισεκατομμύρια. Όμως οι πιθανότητες του να πετύχει είναι μόλις 50%, κι αν δεν πετύχει η επιχείρηση θα έχει ζημιά 80 δισεκατομμύρια. Τα μαθηματικά του πλάνου είναι απλά, δεν συμφέρει να προχωρήσετε.

Αν όμως στο συμβόλαιό σας υπάρχει ένας όρος σύμφωνα με τον οποίο εσείς παίρνετε bonus 0.1% επί των κερδών πάνω απ το σύνηθες όριο, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Έχετε μια καλή πιθανότητα 50% να πάρετε το 0.1% των 40 δις, δηλαδή 40 εκατομμύρια στην τσέπη, άσε που αν σας βγει η ζαριά μπορεί και να παραμείνετε διευθυντής. Τώρα τι ακριβώς θα κάνετε; Και βέβαια δεν μιλάω προσωπικά στους καλούς και υπομονετικούς αναγνώστες μου, αναφέρομαι στα στελέχη επιχειρήσεων που έχουν όπως όλοι ξέρουμε νοοτροπία καμικάζι, γι αυτό εξάλλου αγαπημένα τους αναγνώσματα είναι τα περί της "φιλοσοφίας" των σαμουράϊ.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι καθόλου τα bonus που παίρνουν τα golden boys. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι το προσωπικό κέρδος των στελεχών δεν ταυτίζεται, και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις είναι εντελώς αντίθετο με τις όποιες προοπτικές της επιχείρησης στην οποία εργάζονται. Η διαμόρφωση των bonus είναι απλώς ένας απ τους μηχανισμούς μέσω των οποίων τα golden boys υλοποιούν την διαφορά αυτή. Κανείς δεν θα ενδιαφερόταν για το πόσα παίρνουν τα στελέχη της Lehman Brothers αν δεν την είχαν προηγουμένως οδηγήσει σε πτώχευση, που είναι και το κύριο θέμα. Με την τεχνοδομή αλλάζει ο τρόπος λήψης αποφάσεων και αυτό είναι κάτι που η κοινωνία πρέπει να αποδεχθεί για να μπορέσει να ελέγξει επαρκώς.

Η Κρίση

Περί το τέλος του 2007 όλες οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας ήταν αισιόδοξες. Για μεγάλο διάστημα όλες οι προηγμένες οικονομίες της Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης είχαν απρόσκοπτη ανάπτυξη, και το τελευταίο διάστημα στον χορό της ανάπτυξης είχαν αρχίσει να μπαίνουν και οι δυο ασιατικοί γίγαντες, η Κίνα και η Ινδία.

Η πρόοδος της παγκοσμιοποίησης επέτρεψε σε αμερικανικά και ευρωπαϊκά κεφάλαια να επενδυθούν στις δυο αυτές χώρες προσφέροντάς τους διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης. Σιγά - σιγά τα εγχώρια τραπεζικά συστήματα άρχισαν να εξελίσσονται σε – λίγο άγαρμπους, είναι η αλήθεια - κολοσσούς που μπορούσαν να στηρίξουν την αυτοδύναμη ανάπτυξη των χωρών αυτών.

Στην Ευρώπη αλλά κυρίως στην Αμερική η επιτυχία σήμαινε μικρούς δείκτες ανεργίας και επομένως μεγαλύτερους μισθούς σε μεγαλύτερες ομάδες εργαζομένων, που βεβαίως μπορούσαν και ήθελαν να αγοράσουν σπίτια. Κάποιοι απ αυτούς βέβαια, οι λεγόμενοι subprimes, δεν κάλυπταν τις προϋποθέσεις ασφάλειας του συστήματος αλλά αυτό δεν πείραζε και πολύ. Όλα τα στεγαστικά δάνεια μαζευόντουσαν απ την Fannie Mae και τον Freddie Mac.

Η κυβέρνηση Bush, που τον Σεπτέμβριο του 2003 είχε δημιουργήσει ένα νέο όργανο για να ελέγχει την Fannie Mae, πράγμα που φυσικά σήμαινε ότι ο υπάρχων μηχανισμός ελέγχου ήταν ανεπαρκής και ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου υπογράφει το American Dream Downpayment Act που επέτρεπε διευκολύνσεις στους πολίτες που αγόραζαν σπίτια.

Ταυτόχρονα η Lehman Brothers εξακολουθούσε να αγοράζει τίτλους απ την Fannie Mae και την Freddie Mac, παρόλο που ο Γενικός Εισαγγελεύς (Attorney General) είχε συστήσει μια επιτροπή για να την ελέγξει μαζί με άλλες 10 εταιρείες. Όπως φαινόταν τα golden boys της το παράκαναν με τα bonus που συσχετίζονταν με την ανάπτυξη της εταιρείας στο τμήμα των παραγώγων. Όπως είδαμε, τα παράγωγα είναι ο χώρος αμυντικής τακτικής των επιχειρήσεων, πράγμα που σήμαινε βέβαια ότι οι προβλέψεις της Lehman Brothers για την ανάπτυξη δεν ήταν τόσο θετικές, αλλά απ την άλλη μεριά εξακολουθούσε να αγοράζει τίτλους subprimes, που ως προϋπόθεση είχαν την ανάπτυξη. Τα πράγματα για την νομική θέση της Lehman Brothers φαίνεται ότι ήταν αρκετά σκούρα γιατί αποδέχθηκε μαζί με τις άλλες ελεγχόμενες εταιρείες συμβιβασμό πληρώνοντας 1.4 δισεκατομμύρια δολάρια πρόστιμο.

Ξαφνικά, εκεί στο τέλος του 2007, οι τιμές του πετρελαίου που για αρκετό διάστημα διετηρούντο γύρω στα 30 δολάρια το βαρέλι άρχισαν να παίρνουν την ανηφόρα. Οι ασιατικοί γίγαντες αναπτυσσόμενοι είχαν ακόρεστη δίψα για το μαύρο υγρό, κι αυτό βέβαια λογικό ήταν να αυξάνει την τιμή του. Όμως το πετρέλαιο είναι και χρηματιστηριακό αγαθό, ανήκει στον χώρο των λεγόμενων commodities, πράγμα που σημαίνει και προεξόφληση και ενίσχυση των κερδών, και επομένως τιμές πολύ ψηλότερες απ ότι μια αύξηση της ζήτησης θα έδινε σ ένα οικονομικό διάγραμμα της καμπύλης των τιμών. Το πετρέλαιο έφτασε περί τα μέσα του 2008 στα 150 δολάρια το βαρέλι.

Η υπερβολική αύξηση της τιμής του πετρελαίου με τη σειρά της κάνει την ανάπτυξη δυσκολότερη. Όταν το κόστος σου μεγαλώνει, το κέρδος τείνει να μικραίνει. Οι δυσκολίες βέβαια αυτές είναι μικρότερες στις παρθένες αγορές όπως η Κίνα και η Ινδία που μπορούν να δουλεύουν με μεγάλα ποσοστά κέρδους, αλλά μεγαλύτερες στις εξελιγμένες οικονομίες όπως η Ευρώπη και η Αμερική όπου τα ποσοστά κέρδους είναι έως εξαιρετικά μικρά. Οι δείκτες ανάπτυξης στις προηγμένες χώρες άρχισαν να πέφτουν κι αυτό είχε σαν φυσική συνέπεια την μείωση του επιπέδου των μισθών και την αύξηση της ανεργίας. Τα στεγαστικά αλλά και άλλα δάνεια εμφανίζουν μείωση ζήτησης. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν παράγουν αρκετό χρήμα ώστε να μπορούν να αποπληρωθούν οι υπάρχουσες υποχρεώσεις συν τον τόκο. Επομένως κάποιοι εργαζόμενοι απ τους ζημιωμένους της ιστορίας μας δεν μπορούσαν πια να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια. Η Fanniε, o Freddie και τα αδελφάκια Lehman, όπως και διάφοροι άλλοι αμερικανικοί και ευρωπαϊκοί όμιλοι, βρέθηκαν σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους, που φυσικά μεταφέρθηκε στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος. Η κρίση έσκασε.

Από εδώ και πέρα τα πράγματα είναι πολύ απλά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τραπεζικό σύστημα αφού έχει περάσει την πρώτη κόκκινη γραμμή, όπου το παραγόμενο χρήμα δεν αρκεί για να καλύψει τις υποχρεώσεις των δανειοληπτών της προηγούμενης περιόδου, στήνει το ισχυρότερο δυνατό ανάχωμα για την δεύτερη κόκκινη γραμμή, την πιθανότητα να αρχίσει ο κοσμάκης να ζητάει τα λεφτά του, που δεν υπάρχουν βέβαια όπως είδαμε. Οι τράπεζες κρατάνε όσα λεφτά μπορούν. Cash is king, σε τέτοιες περιπτώσεις. Κι αυτό βέβαια έχει σαν συνέπεια ακόμη λιγότερα δάνεια, ακόμη λιγότερο χρήμα στην αγορά, και επομένως φαύλο κύκλο ύφεσης.

Ο μόνος τρόπος να βγει το τραπεζικό σύστημα απ την κρίση είναι να παρουσιαστεί το κράτος και ως εγγυητής τους, αλλά και ως – θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου - ρυθμιστής της οικονομίας. Για όσους ξέρουν λιγάκι απ αυτά, μιλάμε για ισορροπίες Nash που δεν σπάνε χωρίς την μεσολάβηση εξωτερικής ρύθμισης. Το κράτος ρυθμιστής; Ο κύριος Greenspan σχίζει τα βιβλία του που ως αξίωμα είχαν την μείωση του ρόλου του κράτους. Οι νεοφιλελεύθεροι ψελλίζουν διάφορα περί πετρελαϊκών καρτέλ. Οι μαρξιστές μιλάν για κρίση υπερπαραγωγής. Ο διευθυντής της Αγγλικής Κεντρικής Τράπεζας λέει ότι το πρόβλημα είναι η έλλειψη ηθικής ακεραιότητας των golden boys, πράγμα που προφανέστατα σημαίνει ότι η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Ευτυχώς μετά τις κρατικές παρεμβάσεις τα πράγματα βαίνουν προς ομαλοποίηση και επομένως δεν θα χρειαστεί να ακούσουμε πολλές άλλες θεωρητικές απολογίες.

Στην Ελλάδα βέβαια τα πράγματα είναι αρκετά χειρότερα. Το τραπεζικό μας σύστημα ήταν βέβαια πολύ πιο συντηρητικό απ τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά και το αμερικανικό και επομένως οι εγχώριοι λόγοι της κρίσης ήταν ανύπαρκτοι. Όμως η διεθνής κρίση μας μπήκε απ το παράθυρο του τουρισμού και της ναυτιλίας. Και ανέδειξε την εγκληματική βλακεία της επί πενταετία εφαρμοσμένης πολιτικής, αλλά και τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας μας. Και το τούνελ απ το οποίο οι προηγμένες χώρες βγαίνουν μας έχει εμφανιστεί πολύ αργότερα, επηυξημένο κατά το μέγεθος της λαϊκίστικης πολιτικής μας συμπεριφοράς και αντίληψης.

Κάποιες όμως φορές η βοήθεια σού έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις. Το ελληνικό κράτος με το μέγεθός του έχει πολύ έντονη ρυθμιστική δράση, της οποίας βέβαια μέγιστο μέρος διεξάγεται κάτω απ το τραπέζι. Αν την φέρουμε στο φώς και την ελέγξουμε, θα βρεθούμε ένα βήμα μπροστά απ όλους τους άλλους. Το αν θα το καταφέρουμε βέβαια αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ο κυριότερους απ τους οποίους είναι η θέλησή μας να κοιτάξουμε μπροστά.


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Διαφθορά μέρος Β

Η ηθική πλευρά της πολιτικής, που βεβαίως υπάρχει, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ηθικολογία. Η διαφθορά είναι κακό πράγμα αλλά το ότι την εντοπίσαμε και την διακρίναμε σε κατηγορίες δεν πρέπει να μας σταματά την σκέψη και να μας επιβάλλει την στάση της καταγγελίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η πραγματική συζήτηση τώρα αρχίζει. Και το πρώτο ερώτημα είναι ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα με την διαφθορά;

Όλοι μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το πρώτο και μέγιστο πρόβλημα είναι ότι δυσκολεύει τις περισσότερες σοβαρές ξένες επιχειρήσεις στο να προχωρήσουν σε επενδύσεις στον τόπο. Οι σοβαροί επενδυτές σήμερα δεν δέχονται εύκολα να μπουν στο γαϊτανάκι της μίζας προς τα κόμματα, τους πολιτικούς, τους υπαλλήλους της πολεοδομίας, τους εφοριακούς, τους αστυνομικούς, τους δικαστικούς και Κύριος οίδε ποιούς άλλους για να καταφέρουν να κάνουν την δουλειά τους. Σε πολλά κράτη μάλιστα, η νομοθεσία που κάποτε επέτρεπε τα δωράκια για επενδύσεις στο εξωτερικό αλλάζει επί το αυστηρότερον. Θυμηθείτε την Γερμανία που θέτοντας εκτός νόμου τη μίζα στο εξωτερικό βρήκε μπροστά της το σκάνδαλο Siemens. Δεν είναι τυχαίο ότι το ποσοστό ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα είναι μικρό. Εκτός όμως απ αυτή την σημαντική ζημιά που η διαφθορά προξενεί γενικά, το κάθε είδος της συνδέεται με διαφορετικά προβλήματα.

Στο πρώτο είδος διαφθοράς, την αμιγώς πολιτική, το πρόβλημα που προκύπτει είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Οι πολιτικοί που βλέπουμε στις τηλεοράσεις μας έχουν ήδη προεπιλεγεί απ την οικονομική εξουσία που διαφεντεύει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και μάλιστα με την προϋπόθεση ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντά της. Επομένως η οποιαδήποτε επιλογή βουλευτή ή ενδεχομένως και κόμματος κάνουμε, αν δεν μας εκφράζει ακριβώς αλλά μόνον προσεγγιστικά, είναι εξ αρχής νοθευμένη. Οι εκλεκτοί του λαού τουλάχιστον δεν είναι οι καλύτεροι δυνατοί γι αυτόν, άρα έχουμε πρόβλημα ποιότητας αντιπροσώπευσης και διαχείρισης. Φυσικά στην ευτελή της εκδοχή, όπου η πολιτική διαφθορά μετατρέπεται σε ρουσφέτι τα πράγματα είναι ακόμα ασχημότερα και οι συνέπειες για την πολιτική και οικονομική μας ζωή τραγικές.

Στο δεύτερο είδος διαφθοράς τα πράγματα είναι λιγάκι δυσκολότερα. Εδώ έχουμε και μια σαφή επιβάρυνση του κόστους αλλά και της ποιότητας των αγαθών που προμηθεύεται το κράτος απ τον συγκεκριμένο ισχυρό πωλητή. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος κυνικός να ισχυριστεί ότι το συγκεκριμένο επιπλέον κόστος είναι περίπου αντίστοιχο του διαφημιστικού κόστους των επιχειρήσεων, που τελικά διευρύνοντας την αγορά και τον τζίρο τους μπορούν να μειώσουν τις τιμές τους, και δεν θα είχε εντελώς άδικο. Χωρίς την δια της μίζας πίεση των οικονομικών παραγόντων για δουλειές, ίσως η πολιτική σκηνή θα περιέπιπτε σε κατάσταση ραθυμίας. Όμως αυτό το επιχείρημα προϋποθέτει την προς ραθυμία τάση, άρα την κακή ποιότητα των αντιπροσώπων του λαού, επομένως μπαίνει σε φαύλο κύκλο με το προηγούμενο πρόβλημα. Υπάρχει όμως κι ένας άλλος λόγος, σοβαρότερος.

Σ αυτού του είδους την διαφθορά η συναλλαγή με τους πολιτικούς γίνεται σε υψηλό επίπεδο από ένα club προμηθευτών που έτσι κι αλλιώς παίρνει δουλειές. Τα μέλη αυτού του club βρίσκονται μεταξύ τους σε ισορροπία που κανείς απ αυτούς δεν θέλει να καταστρέψει ξεκινώντας ένα πόλεμο. Επειδή όμως αυτού του είδους οι συναλλαγές δεν μπορούν να μείνουν κρυφές στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, σύντομα βρίσκουν μιμητές σε χαμηλότερο επίπεδο κι έτσι δημιουργείται το τρίτο είδος διαφθοράς.

Καθώς το επίπεδο διαφθοράς κατεβαίνει ιεραρχικά, το ποσό της κάθε συναλλαγής μικραίνει, αλλά ο αριθμός των συναλλασσομένων μεγαλώνει, όπως μεγαλώνει και η μίζα ως ποσοστό της αξίας του έργου. Ενώ το κόστος της μίζας στο υψηλό επίπεδο εύκολα απορροφάται από μικρή υπερτιμολόγηση του έργου χωρίς άλλες παρενέργειες, στα χαμηλά επίπεδα η ποιότητα του έργου αλλά και των συνθηκών παραγωγής του μειώνεται πολύ.

Κάθε μεγάλο έργο έλκει τα φώτα της δημοσιότητας, επομένως είναι σε κάποιο βαθμό διαφανές. Αυτοί που ανταγωνίζονται για την ανάληψή του είναι μεγάλες εταιρείες με πολλούς εργαζομένους και το πολιτικό κόστος της οικονομικής καταστροφής ενός απ αυτούς είναι τεράστιο. Επομένως δεν είναι προς συμφέρον των πολιτικών να πάρουν τις αποφάσεις τους με γνώμονα αποκλειστικά την μίζα κι αυτό είναι κατανοητό και απ τους προμηθευτές, που αναγνωρίζουν το δικαίωμα των ανταγωνιστών τους να παίρνουν δουλειές κι αυτοί. Γρήγορα λοιπόν δημιουργείται ένας μηχανισμός που εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον των προμηθευτών και των πολιτικών. Οι προμηθευτές τείνουν να εξειδικεύονται και να αποκτούν μονοπωλιακή ισχύ στον τομέα τους, αποδεχόμενοι την ισχύ των άλλων στους δικούς τους τομείς. Άλλος παίρνει τα πετρέλαια, άλλος τον μηχανολογικό εξοπλισμό, άλλος τα ηλεκτρονικά. Ακόμη και στις κατασκευές που κανείς δεν θέλει βέβαια να εγκαταλείψει, δημιουργείται ένα ολιγοπώλιο από εταιρείες των οποίων οι ιδιοκτήτες συνεργάζονται όχι μόνο στα έργα που παίρνουν, αλλά ακόμη και στα μέσα ενημέρωσης που αγοράζουν για να προωθούν τα συμφέροντά τους.

Η αποδοχή του κοινού τους συμφέροντος γρήγορα μειώνει την μίζα ως ποσοστό επί της αξίας του έργου εφόσον οι δαπάνες των κομμάτων που πρέπει να καλυφθούν απ τις μίζες δεν αποτελούν σοβαρό κονδύλι σε σύγκριση με τα τεράστια ποσά που τα μεγάλα δημόσια έργα απαιτούν. Και αφού όλοι κάποια έργα θα πάρουν, η μίζα μετατρέπεται από κρίσιμο παράγοντα για την ανάληψη του έργου σ ένα είδος «συνεισφοράς» προς το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, προς όλα δηλαδή τα κόμματα. Αν κάποια κόμματα για ιδεολογικούς λόγους θέλουν να αποφύγουν οποιαδήποτε επαφή, η μίζα μετατρέπεται σε δωράκι προς τα υψηλού επιπέδου στελέχη τους, συνήθως συνδικαλιστές στην δημόσια διοίκηση για να μην φέρνουν αντιρρήσεις.

Ας θυμηθούμε πάλι την περίπτωση Siemens. Σύμφωνα με τον κ. Χριστοφοράκο που όπως απεδείχθη δεν είχε ιδιαίτερο λόγο να ψεύδεται μια και αθωώθηκε, τα έπαιρναν όλοι, και μάλιστα όχι για κάποιο συγκεκριμένο έργο, αλλά γενικά. Το ποσό που δήλωσε ο κ. Τσουκάτος ότι πήρε ήταν ένα εκατομμύριο. Άντε να έπεσαν κάποια ακόμη ποσά που δεν γνωστοποιήθηκαν. Προσθέστε άλλα τόσα προς τα υπόλοιπα κόμματα. Και τώρα σκεφτείτε μόνο τα δισεκατομμύρια του C4I. Η μίζα ως επί τοις εκατό ποσοστό είναι κλάσμα της (μιας) μονάδας.

Ας θυμηθούμε τώρα απ την άλλη μεριά την υπόθεση Παυλίδη. Αν αληθεύουν -επαναλαμβάνω- οι καταγγελίες, τα ποσά που ζητήθηκαν αφορούσαν συγκεκριμένη δουλειά, την εκμετάλλευση γραμμών. Κανείς άλλος πολιτικός, κόμμα ή στέλεχος κόμματος δεν συμμετείχε στην συναλλαγή. Η μίζα δεν ήταν συνεισφορά προς το κόμμα, εξάλλου ο επίδοξος ανάδοχος ήταν κι αυτός στέλεχος της ΝΔ. Και ήταν αν θυμάμαι καλά της τάξεως των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ (για την αγορά του σπιτιού της θυγατέρας) σε μια ανάθεση της τάξεως των μερικών εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσοστό της μίζας επί τοις εκατό έχει πολλαπλασιαστεί επί δέκα και άνω. Και τώρα βέβαια μιλάμε για αριθμούς που απαγορεύουν την συμμετοχή οποιασδήποτε σοβαρής επιχείρησης σε δημόσιους διαγωνισμούς.

Προχωρώντας προς τα κάτω ας φανταστούμε ένα δήμαρχο μικρής πόλης ή χωριού που βρήκε λεφτά για να μηχανογραφήσει τον δήμο. Φυσικά εδώ το έργο μπορεί να σπάσει σε αρκετά μικρότερα το καθένα απ τα οποία μπορεί να περιοριστεί σε ύψος που επιτρέπει απευθείας ανάθεση. Εδώ η μίζα μπορεί να φτάνει το 10, το 20 ή και το 40% του έργου. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις καθορίζεται εξ αρχής και το ξέρουν όλοι. Θυμηθείτε παρακαλώ τις ευρωπαϊκές εκθέσεις που μιλάνε για τεράστια διαφθορά στους μικρούς ειδικά δήμους.

Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Στα χαμηλότερα επίπεδα το έργο δεν έχει καμμιά σημασία, είναι απλώς το πρόσχημα της συναλλαγής. Θα μηχανογραφήσουμε τον δήμο. Εσύ θα πάρεις 20 χιλιάρικα απ τα οποία θα μου δώσεις τα 5. Τελεία και παύλα. Κανείς δεν θα στενοχωρηθεί πολύ αν η μηχανογράφηση του δήμου έχει τα χάλια της. Οι αρμόδιοι ελεγκτές δεν μπορούν να ελέγξουν το έργο επί της ουσίας και φυσικά φροντίζουν να μη μπορούν. Ο κόσμος θα βλέπει τα κουτιά των υπολογιστών χωρίς να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς δουλειά κάνουν. Το έργο απλώς δεν θα έχει γίνει. Το 100% των χρημάτων που δόθηκαν πήγαν χαμένα.

Επομένως, για να συνοψίσουμε. Τα δυο πρώτα είδη διαφθοράς συνδέονται με πτώση ποιότητας του πολιτικού προσωπικού, όπως κάθε είδος διαφθοράς εξάλλου. Το πρώτο εισάγει και πρόβλημα δημοκρατίας. Το δεύτερο επιπλέον προκαλεί και αύξηση κόστους και μείωση της αξίας των δημοσίων έργων, και ανοίγει τον δρόμο στο τρίτο είδος που μπορεί μέχρι και να μηδενίζει την αξία των έργων.

Με το τέταρτο είδος μπαίνουμε στην κατεξοχήν χαμηλού επιπέδου διαφθορά που αφορά άμεσα τον πολίτη και ασχημαίνει εξαιρετικά την ζωή του μέσου πολίτη. Το κράτος μετατρέπεται σε «προστάτη» με την εντελώς μαφιόζικη έννοια του όρου. Τα στελέχη του μας προστατεύουν απ το κράτος, που τελικά γίνεται ο κατ εξοχήν μας αντίπαλος. Αυτή η χυδαιότητα δημιουργεί ένα συνολικό καθεστώς ημι-νομιμότητας, ένα βιότοπο όπου ο καλύτερα προσαρμοσμένος, δηλαδή ο χυδαιότερος επιβιώνει εις βάρος των υπολοίπων.

Αυτό το είδος διαφθοράς είναι σαφώς εξαιρετικά επικίνδυνο για την πολιτική και οικονομική μας ζωή και συγκρίνεται απ αυτή την άποψη μόνο με το τελευταίο, την συναλλαγή με τον πολίτη ως πελάτη. Οι διαφορές μεταξύ τους είναι ότι το τελευταίο φαίνεται να φθίνει από πλευράς εξάπλωσης, άρα ποσοτικά είναι λιγότερο επικίνδυνο, αυτό όμως το χαρακτηριστικό ισοσταθμίζεται και με το παραπάνω απ το ότι ο κύριος τομέας εφαρμογής του είναι οι υπηρεσίες υγείας όπου ο πολίτης και βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας και συναλλάσσεται με κάποιον ο οποίος απαιτεί και επιτυγχάνει σεβασμό για το «λειτούργημά» του.

Η επίδραση αυτού του είδους διαφθοράς στο σύστημα αξιών της κοινωνίας είναι τραγική. Η γνώση στην ιατρική αφορά θέματα που προξενούν αμέσως δέος, ανήκουν κατ ουσίαν στον χώρο του ιερού. Επομένως ο γιατρός για τον μέσο πολίτη είναι ένα είδος ιεροφάντου. Όταν όμως η ιερότητα, το δέος και η γνώση μετατρέπονται σε εργαλεία του γιατρού με στόχο την δια εκβιασμού κονόμα, όταν δηλαδή ο ιεροφάντης τοποθετεί στην κορυφή του συστήματος αξιών του τα χρήματα, το ιερό και η γνώση χάνουν κάθε σημασία, κι όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για τον ασθενή. Η κοινωνία αποσαθρώνεται.

Ας συνοψίσουμε πάλι, από κάτω προς τα πάνω τώρα. Ο ιστός της διαφθοράς είναι προφανής. Ο πολίτης στο χαμηλότερο επίπεδο διαφθοράς(5) αισθάνεται δέος προς την γνώση. Είναι ο αρχαίος Αιγύπτιος μπροστά στο ιερατείο. Το δέος μετατρέπεται σε πολύ απλούστερο και απαλλαγμένο ιερότητας φόβο της εξουσίας στο αμέσως προηγούμενο επίπεδο(4). Ο υπήκοος παραμένει δούλος που παραδίδει την δεκάτην στον κύριό του, αλλιώς θα ελεγχθεί και θα βρεθεί λειψός. Ανεβαίνοντας επίπεδο διαφθοράς(3), ο φόβος μετατρέπεται σε απλό πάρε-δώσε, αρχίζει να υπάρχει μια σχετική ισοτιμία μεταξύ δωρολήπτη και δωροδότη που ανεβάζει και τους δυο οικονομικά και κοινωνικά, διακρίνοντάς τους απ το πλήθος των υπηκόων. Στο πιο πάνω σκαλί(2) ο δωροδότης γίνεται πλέον χορηγός. Η οικονομική εξουσία στο ανεπτυγμένο της επίπεδο αυτονομείται. Στο υψηλότατο επίπεδο διαφθοράς(1) δεν έχουμε παρά μια αίσθηση κοινού συμφέροντος και συντονισμού των εξουσιών που υπηρετείται με ευγένεια και καλούς τρόπους.

Το πρόβλημα λοιπόν της διαφθοράς είναι ουσιωδώς πρόβλημα εξουσίας, πρόβλημα λειτουργίας της δημοκρατίας. Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό; Εδώ θα ξεκινήσω με την οδό που η κυβέρνηση προτείνει και θα κάνω μερικά σχόλια.

Το πρώτο που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε είναι βέβαια είναι η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας απ τους πολίτες, ώστε να κλείνει ο κύκλος. Ανεξάρτητες αρχές και μη κυβερνητικές οργανώσεις φαίνεται να είναι η βασιλική οδός προς αυτή την κατεύθυνση. Κι ας θυμηθούμε την εστίαση της κυβέρνησης στον συνήγορο του πολίτη και άρα γενικότερα στις ανεξάρτητες αρχές απ την πρώτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.

Σε όλες τις μελέτες και τις προτάσεις οργανισμών απ τον ΟΟΣΑ ως το ΔΝΤ, η κυρίαρχη άποψη είναι ότι η καταπολέμηση της διαφθοράς πρέπει να ακολουθεί μια top-down πορεία, αρχίζοντας απ τα ανώτατα κυβερνητικά στελέχη. Και η κυβέρνηση έτσι έκανε. Το δεύτερο στοιχείο του σχεδίου της κυβέρνησης για αντιμετώπιση της διαφθοράς, πάλι ξεκινά απ την κορυφή. Είναι όπως ήδη είπα στο προηγούμενο post το έναυσμα που μ έκανε να γράψω για την διαφθορά. Αναφέρομαι στην συζήτηση μεταξύ αρχηγών κομμάτων υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με γενικό θέμα την διαφθορά και ειδικότερα την χρηματοδότηση των κομμάτων. Όπως έχουμε δει, αυτό είναι το δεύτερο είδος διαφθοράς. Τα κόμματα χρειάζονται περισσότερους πόρους απ αυτούς που τους διατίθενται απ τη βουλή, η βουλή δεν μπορεί να αυξήσει αυτά τα κονδύλια ξέροντας ότι η λαϊκίστικη αντίληψη περί πολυέξοδης δημοκρατίας κυριαρχεί, και επομένως αρχίζει το παιχνίδι της χορηγίας.

Υπάρχουν δυο οδοί λύσης του προβλήματος. Ο πρώτος είναι η αύξηση των (νομίμων) εσόδων, ο δεύτερος η μείωση των δαπανών. Και στις δυο περιπτώσεις χρειάζεται συμφωνία των κομμάτων, αφού απουσία της σημαίνει ότι κάποιο ή κάποια κόμματα θα επιχειρήσουν και πιθανότατα θα τα καταφέρουν να αγρεύσουν ψήφους κατηγορώντας τους συμφωνούντες υπόλοιπους είτε ως πολυέξοδους είτε ως αντιδημοκρατικούς αν περιορίσουν τους τρόπους χρηματοδότησης. Ελπίζω ότι θα βρεθεί μια κοινή συμφωνία για το θέμα.

Όμως όπως είδαμε, το δεύτερο είδος διαφθοράς περιλαμβάνει και προσωπικές ενισχύσεις πολιτικών, που κυρίως συμβαίνει σε περιφέρειες με πολλούς συνυποψήφιους που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τον σταυρό. Λογική λοιπόν είναι και η αλλαγή του εκλογικού νόμου με άλλον που χωρίζει την Ελλάδα κυρίως σε μονοεδρικές περιφέρειες.

Αλλά η καθαρή χρηματοδότηση των κομμάτων, οι μονοεδρικές περιφέρειες και οι ανεξάρτητες αρχές δεν φθάνουν. Η κόπρος του Αυγείου είναι πολλή και δεν καθαρίζεται με μερικούς φορείς. Χρειάζεται απαραίτητα έλεγχος από οποιονδήποτε πολίτη, και επομένως η μέγιστη δυνατή διαφάνεια. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση το έχει αντιληφθεί σαφώς και προωθεί την διαφάνεια όσο είναι δυνατόν. Με το τελευταίο νομοσχέδιο για την ανάρτηση όλων των αποφάσεων της διοίκησης στο Internet η πρόθεση είναι προφανής. Και ας θυμηθούμε την εισήγηση του Παπανδρέου για το νομοσχέδιο αυτό όπου δήλωσε ότι το ΠΑΣΟΚ το είχε προτείνει και προ τετραετίας και ότι αν η πρότασή του είχε γίνει δεκτή κανένα απ τα σκάνδαλα που συντάραξαν τον δημόσιο βίο δεν θα είχε γίνει. Και είχε δίκιο.

Εντελώς παρενθετικά, όπως ήδη θα πρέπει να είναι κατανοητό, τα σώματα ελεγκτών της δημόσιας διοίκησης που αποτελούν μέρος της όχι απλώς δεν λειτουργούν, αλλά μέσα στην συνολική σήψη μετασχηματίζονται σ ένα ακόμη σκαλοπάτι εξουσίας που θα μπει κι αυτό στο χορό της διαφθοράς με μόνο αποτέλεσμα να αυξήσει κι άλλο την απαιτούμενη μίζα. Αυτή είναι η ιστορία της αντιμετώπισης της διαφθοράς απ την προηγούμενη κυβέρνηση.

Δεν φτάνει βέβαια η διαφάνεια για να σταματήσει η διαφθορά. Η διαφάνεια είναι βασική προϋπόθεση για τον έλεγχο, όμως δεν ταυτίζεται μαζί του. Ο έλεγχος απ την άλλη μεριά προϋποθέτει την πληροφορία, και η διαφάνεια δεν παρέχει την πληροφορία αλλά μόνο την δυνατότητά να την έχουμε. Για να αποκτηθεί η πληροφορία χρειάζεται και η ικανότητα επεξεργασίας των δεδομένων που η διαφάνεια προσφέρει. Η δυνατότητα αυτή πρέπει κατ αρχήν να προσφέρεται σε κάθε πολίτη, αλλά πρώτιστα στην ίδια την κυβέρνηση. Επομένως χρειάζεται αυτό που σήμερα ονομάζουμε ηλεκτρονική διακυβέρνηση, και που ευτυχώς απέκτησε και υπουργική στέγη εσχάτως. Ας ελπίσουμε ότι ένα σχέδιο υλοποίησης της είναι καθ’ οδόν παρά το αυξημένο κόστος, που υπολογίζεται απ όσο ξέρω σε 2-3 δισεκατομμύρια.

Δυο ακόμη δράσεις της κυβέρνησης κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Η πρώτη αφορά την εφορία. Για να δουλέψουν οι υπολογιστές αποτελεσματικά χρειάζονται κριτήρια. Ποιός δηλώνει λίγα; Ο παλιός τρόπος αντιμετώπισης ήταν τα τεκμήρια, που όμως γρήγορα αφομοιώθηκαν απ το σύστημα αφού και η κριτική εναντίον τους τα χαλάρωσε και οι φόρου υπόχρεοι βρήκαν μεθόδους παράκαμψής τους. Χρειάζονται πολύ πιο σύνθετα εργαλεία για να βρεθεί ποιος πραγματικά φοροδιαφεύγει. Με χαρά άκουσα τον κ. Παπακωνσταντίνου να λέει ότι στο υπουργείο του σχεδιάζουν ακριβώς ένα αλγόριθμο υπολογισμού του αναμενόμενου κόστους διαβίωσης δεδομένων των στοιχείων που καταθέτει ο χρήστης στην εφορία. Αν δηλαδή για παράδειγμα κάποιος ενοικιάζει ένα διαμέρισμα με 1.000 € μηνιαίως, έχει δυο αυτοκίνητα αξίας 25.000 € το καθένα, διαθέτει για εξυπηρέτηση δανείων άλλα 1.000 € κλπ, το αναμενόμενο κόστος διαβίωσής του είναι πχ 5.000 € ανά μήνα, δηλαδή 60.000 € στον χρόνο. Δήλωση ποσού μικρότερου απ τις 60.000 € θα επιβάλλει έλεγχο με σχεδόν σίγουρο αποτέλεσμα. Με δεδομένο ένα τέτοιο αλγόριθμο η φοροδιαφυγή και η σχετιζόμενη μ αυτήν διαφθορά θα ελαττωθούν.

Η επόμενη σημαντική δράση που υποδεικνύει το ενιαίο σχέδιο της κυβέρνησης να καταπολεμήσει την διαφθορά είναι η κάρτα ασθενούς που η κ. Ξενογιαννακοπούλου δήλωσε ότι θα εισαγάγει. Στην πιο εξελιγμένη της περίπτωση η κάρτα ασθενούς είναι μια υλική ή νοητή κάρτα με την οποία οι υπηρεσίες υγείας αποκτούν πρόσβαση στο αρχείο του ασθενή. Όταν ο ασθενής πάει στο γιατρό, αυτός εισάγει την κάρτα σε ένα μηχάνημα που έχει. Η διάγνωση του γιατρού, οποιοδήποτε παραπεμπτικό εξέτασης και φυσικά η συνταγή καταγράφεται στο αρχείο του ασθενή μαζί βέβαια με τον κωδικό του γιατρού. Ο ασθενής για να πάρει τα φάρμακά του δίνει την κάρτα του στον φαρμακοποιό, ο οποίος απ εκεί βρίσκει την συνταγή. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εξετάσεις που ο γιατρός έχει συστήσει, και οι οποίες και πάλι με βάση την κάρτα εκτελούνται.

Η σημασία αυτής της κάρτας για τις υπηρεσίες υγείας είναι προφανής. Κάθε ασθενής έχει όλο του το ιστορικό στην κάρτα, πράγμα που βελτιώνει την περίθαλψή του. Η πίσω όψη όμως της κάρτας ίσως δεν είναι τόσο προφανής. Είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Αφού κάθε επίσκεψη καταγράφεται, ξέρουμε ποιος γιατρός είδε ποιους ασθενείς ανά πάσα στιγμή. Επομένως οι ιδιώτες γιατροί φορολογούνται, οι δε γιατροί του ΕΣΥ ελέγχονται εύκολα για το αν δέχονται ασθενείς εκτός του νοσοκομείου ή ταμείου που πρέπει. Εύκολα επίσης ελέγχεται η προτίμηση κάποιου γιατρού για φάρμακα συγκεκριμένης εταιρείας, ή για κάποιες ακριβές εξετάσεις που εντελώς κατά τύχη γίνονται σε συγκεκριμένο εργαστήριο.

Το τελευταίο μέτρο της κυβέρνησης για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι η εισαγωγή στο δημόσιο μόνον μέσω ΑΣΕΠ. Παρότι αυτό το θέμα σηκώνει πολλή συζήτηση γύρω από άλλες παραμέτρους του, δεν μπορεί νομίζω να αρνηθεί κανείς εύκολα ότι το μέτρο αυτό μειώνει σημαντικά ή και εξαφανίζει τις δυνατότητες ρουσφετιού.

Μιλήσαμε για αρκετά μέτρα κι ίσως η εικόνα να έχει θολώσει λίγο. Νομίζω ότι χρειάζεται μια συνοπτικότερη και σαφέστερη εικόνα για το τι έχει γίνει ήδη ή εξαγγελθεί ανα είδος διαφθοράς.

1. πολιτική χωρίς οικονομική συναλλαγή

-Καταπολέμηση ρουσφετιού με ΑΣΕΠ (αλλά δεν αντιμετωπίζεται το υψηλό επίπεδο της σχέσης με τους μεγάλους προμηθευτές).

2. πολιτική με οικονομική συναλλαγή

-Ανεξάρτητες αρχές
-Χρηματοδότηση κομμάτων
-Εκλογικός νόμος

3. οικονομική συναλλαγή στελεχών με προμηθευτές

-Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
-Διαφάνεια
-Αδιάβλητη δημόσια αξιοκρατική επιλογή υψηλόβαθμων κρατικών στελεχών χωρίς κομματικά κριτήρια.
-Πόθεν έσχες.

4. οικονομική συναλλαγή με ελεγχόμενους

-Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
-Αλγόριθμος υπολογισμού εισοδήματος και εντοπισμού πιθανών φοροφυγάδων.
-Πόθεν έσχες

5. οικονομική συναλλαγή με πελάτες

-Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
-Κάρτα ασθενούς.
-Πόθεν έσχες


Κοιτάζοντας τον πίνακα μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι αντιμετωπίζεται η διαφθορά σ όλα τα είδη της. Νομίζω ότι μόνο πολύ κακή πίστη μπορεί να επιτρέψει σε κάποιον να αρνηθεί ότι η κυβέρνηση έχει πολύ σοβαρό σχέδιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η λήψη ενός τέτοιου πακέτου μέτρων από μια κυβέρνηση 50 ημερών δείχνει πεντακάθαρα και τις προθέσεις της κυβέρνησης αλλά και την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί ή εξαγγελθεί για την καταπολέμηση της διαφθοράς σε λιγότερο από δυο μήνες είναι περισσότερα και σοβαρότερα απ’ όσα έχουν ληφθεί οποτεδήποτε άλλοτε. Φθάνουν όμως αυτά για την ευόδωση των καλών προθέσεων; Η απάντησή μου είναι ότι χρειάζονται κι άλλα.

Ας ξεκινήσουμε με λίγη ιστορία. Την δεκαετία του 1950, μετά τον εμφύλιο, ο μόνος επιζών οργανισμός στην Ελλάδα είναι ο στρατός που αναλαμβάνει να διοικήσει τον τόπο. Η στρατιωτική νοοτροπία γίνεται πολιτική και διοικητική αντίληψη κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Όταν ένας λοχαγός μοιράζει στους φαντάρους του καθήκοντα 21 ωρών σε ένα 24ωρο, δηλαδή κάτι περίπου αδύνατο, αυτό εν καιρώ πολέμου μπορεί να είναι επιβεβλημένο. Όταν το κάνει στο στρατόπεδο σε ειρηνική περίοδο, αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν θεμιτή προετοιμασία πολέμου, και να καταλήξει σαν ένα παιχνιδάκι όπου οι μεν φαντάροι μαθαίνουν παλιώνοντας να επιλέγουν τα καθήκοντα που θα εκτελέσουν, ο δε διοικητής έχει την δυνατότητα να τιμωρεί όποιον θέλει αφού όλοι παρανομούν, εμπεδώνοντας έτσι την εξουσία του. Όταν αυτό όμως γίνεται διοικητική αντίληψη τα πράγματα παίρνουν άσχημη τροπή. Ας δούμε γιατί.

Το κράτος εκδίδει εντολές με την μορφή νόμων και διατάξεων. Αν αυτές δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν, τότε αναγκαία θα υπάρξουν παραβάσεις. Τώρα όμως εδώ υπεισέρχονται μηχανισμοί ελέγχου που αφ ενός γνωρίζουν το αδύνατο της τήρησης, άρα από ανθρώπινη διάθεση δεν θέλουν να τιμωρήσουν τον παραβάτη, αφ ετέρου μπαίνουν στον πειρασμό να πάρουν ένα δωράκι για να κλείσουν τα μάτια. Και να ‘την η διαφθορά.

Όταν το κράτος απαγορεύει το κτίσιμο σε δασικές εκτάσεις –όχι δάση, δασικές εκτάσεις, δηλαδή θάμνους, η ανάγκη στέγασης των κατοίκων που δεν βρίσκει νόμιμη οδό θα κινηθεί προς την παρανομία. Τα σπίτια θα είναι αυθαίρετα. Και θα τα παίρνουν στην πολεοδομία, στους δήμους, στα δασαρχεία κλπ. Και οι πρώτοι παραβάτες, που βέβαια τα κατάφεραν να χτίσουν, θα είναι τα κοινωνικά πρότυπα, οι «παλιοί φαντάροι» τους οποίους οι νέοι θα μιμούνται. Το ίδιο θα γίνει όταν οι διατάξεις επιβάλλουν σ ένα καφενείο 20 τετραγωνικών να έχει έξοδο κινδύνου. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Όταν οι νόμοι είναι ανορθολογικοί και δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες της κοινωνίας, η διαφθορά θα είναι βέβαιη.

Η δεύτερη παρατήρηση μου αφορά το τέταρτο είδος διαφθοράς, το πιο ενοχλητικό για τον μέσο πολίτη. Ο ελεγχόμενος πολίτης είναι ή φοβάται ότι είναι παράνομος, γι αυτό δίνει μίζα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει τυχαία. Οι νόμοι μας αφ ενός μεν εμποδίζουν ή δυσχεραίνουν όπως είδαμε πολύ λογικές δραστηριότητες των πολιτών, αφ ετέρου δε αποτελούν ένα δαιδαλώδες σύστημα στο οποίο ο μέσος πολίτης αισθάνεται απολύτως ανίσχυρος. Ο πολίτης δεν μπορεί να ξέρει πως ακριβώς τροποποιήθηκε ο νόμος Χ του 1951 που αφορά την λειτουργία των καταστημάτων απ τον νόμο Ψ του 1977 που στη συνέχεια τροποποιήθηκε απ το άρθρο 482 του νόμου Ζ του 1992 που αφορά την μόλυνση του περιβάλλοντος αλλά ο υπουργός έχωσε μέσα το άρθρο για τα καταστήματα. Και ακόμη περισσότερο, πώς να ξέρει τις υπουργικές διατάξεις που τον υλοποιούν και τις εγκυκλίους της διοίκησης που (παρ)ερμηνεύουν όλα τα παραπάνω;

Ακόμη όμως και αν ο πολίτης διαθέτει νομικούς συμβούλους για να τον καθοδηγούν στον λαβύρινθο αυτόν, η οποιαδήποτε προσπάθεια για δικαίωσή του από τα δικαστήρια καθυστερεί εξαιρετικά ακριβώς λόγω αυτής της πολυπλοκότητας. Κι η καθυστέρηση αυτή δίνει στον πολίτη το αίσθημα της ανομίας, που τελικά τον οδηγεί στην αναζήτηση συντομεύσεων. Και συντομεύσεις εδώ σημαίνουν διαφθορά. Και αν τα καταφέρει γίνεται πρότυπο για τους διπλανούς του.

Οι δυο πιο πάνω παρατηρήσεις μου σημαίνουν ότι για την καταπολέμηση της διαφθοράς χρειάζεται απαραίτητα εξορθολογισμός του νομικού μας συστήματος σε δυο επίπεδα.

• Οι παράλογοι και αναχρονιστικοί νόμοι πρέπει να αλλάξουν και
• Όλο το νομικό σύστημα πρέπει να αποκτήσει απλή κωδικοποίηση.


Θεωρώ επομένως απαραίτητη για την καταπολέμηση της διαφθοράς την δημιουργία δυο επιτροπών. Η πρώτη, που πρέπει να αποτελείται από τεχνοκράτες, νομικούς και πολιτικούς όλων των κομμάτων, πρέπει να βρει τους νόμους με τις περισσότερες παραβάσεις, δηλαδή τους πιο ανορθολογικούς, να τους μελετήσει και να προτείνει την αλλαγή τους. Η δεύτερη, στην οποία δεν χρειάζονται πολιτικοί πρέπει να επανακωδικοποιήσει τους νόμους μας ώστε να εξαφανιστούν οι δαιδαλώδεις διαδρομές παράγοντας ένα ισοδύναμο πλέγμα νόμων που δεν θα αναφέρονται όμως σε προηγούμενους. Κάτι σαν τον Ιουστινιάνειο κώδικα δηλαδή. Το έργο αυτό είναι μεν δύσκολο, αλλά στην εποχή μας με την βοήθεια των υπολογιστών είναι αρκετά ευκολότερο απ ότι ήταν 1500 χρόνια πριν.

Στο προηγούμενο πλαίσιο σκέψεων ανήκει κι ένα άλλο θέμα που επειδή είναι τεράστιο χρειάζεται ειδική αναφορά. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπάρχουν 12000 κρατούμενοι. Απ αυτούς οι 4500 είναι μέσα για ναρκωτικά. Άλλοι τόσοι περίπου είναι φυλακισμένοι για σχετιζόμενα με ναρκωτικά αδικήματα, όπως πορνεία, διαρρήξεις φαρμακείων ή αυτοκινήτων, κλοπές τσαντών και άλλα. Είναι προφανές ότι νομιμοποίηση της χρήσης ναρκωτικών – που έτσι κι αλλιώς πρέπει να γίνει και για άλλους λόγους που θα συζητήσω σε επόμενο post- θα άδειαζε τις φυλακές αλλά και τα δικαστήρια, μειώνοντας καίρια και τον χρόνο εκδίκασης των υπόλοιπων υποθέσεων αλλά βέβαια και την τεράστια διαφθορά της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Και αν η αστυνομία και η δικαιοσύνη διαφθείρονται όσο όλοι υποπτευόμαστε ότι γίνεται στην Ελλάδα, το υπόλοιπο κράτος δεν μπορεί να πηγαίνει πίσω.

Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για δυο ακόμα τομείς διαφθοράς μικρότερης αλλά όχι αμελητέας σημασίας, την μετανάστευση και την πορνεία. Η παράνομη πορνεία και οι παράνομοι μετανάστες είναι σημαντικές πύλες εισόδου της διαφθοράς στον δημόσιο βίο. Τα κυκλώματα που στηρίζουν αυτές τις παράνομες δραστηριότητες τείνουν να εξαπλώνονται και σε άλλους τομείς μεταφέροντας κι εκεί την διαφθορά. Εξάλλου ένας δικαστής που δωροδοκήθηκε για μια υπόθεση πορνείας θα δωροδοκηθεί ευκολότερα στην επόμενη υπόθεση, όποια και να είναι αυτή.

Δεν κομίζω γλαύκα ες Αθήνας αν πω ότι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι απ την πίτα της διαφθοράς ανήκει στην οικοδομική δραστηριότητα. Οι υπηρεσίες πολεοδομίας θεωρούνται τα τελευταία δέκα χρόνια το πιο διεφθαρμένο τμήμα της δημόσιας διοίκησης. Η αντιμετώπιση του θέματος εδώ είναι γνωστή και απλή. Νομιμοποίηση –ε, με κάποιο πρόστιμο, ενδεχομένως και ετήσιο ώστε να μπαίνει στην τάξη των διαρθρωτικών μέτρων, πχ 5 τοις χιλίοις επί της αντικειμενικής αξίας το χρόνο- όλων των υπαρχόντων αυθαιρέτων, και μετά συστηματική καταπολέμηση οποιασδήποτε νέας αυθαιρεσίας. Φυσικά γι αυτό χρειάζεται να ολοκληρωθεί επιτέλους το Εθνικό Κτηματολόγιο. Για να μην έχει ολοκληρωθεί βέβαια αυτό το γιοφύρι της Άρτας τόσα χρόνια, οι πιέσεις που ασκούνται για το φρενάρισμά του θα πρέπει να είναι εξαιρετικά ισχυρές.

Αυτό που ίσως είναι μια λιγότερο συζητημένη πηγή διαφθοράς, είναι κάτι που ανέφερα και πιο πάνω, δηλαδή η απαγόρευση της οικοδομικής δραστηριότητας σε εκτάσεις με θάμνους, που ονομάζονται κατ ευφημισμόν δασικές εκτάσεις. Η απαγόρευση αυτή στραγγαλίζει την οικοδομική δραστηριότητα με τρείς φρικτές συνέπειες. Η πρώτη βέβαια είναι η διαφθορά. Η δεύτερη είναι ότι τα όρια των πόλεων στενεύουν, με αποτέλεσμα την απουσία ελεύθερων χώρων. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η σπανιότητα των οικοπέδων ανεβάζει τραγικά την τιμή της κατοικίας που γίνεται δυσπρόσιτη στους φτωχότερους πολίτες. Ίσως οι Έλληνες δεν γνωρίζουν ότι αγοράζουν τα διαμερίσματά τους σε πολύ ψηλότερες τιμές απ αυτές που οι υπόλοιποι ευρωπαίοι αγοράζουν σπίτια, ναι σπίτια, με γκαράζ, κήπο, δένδρα και λοιπά. Και την πρώτη ευθύνη γι αυτό έχει η ακρίβεια των οικοπέδων.

Αρκετά σας κούρασα, έρχομαι στο τελευταίο σημείο. Όπως ήδη ανέφερα, τα μεγάλα έργα εξαιτίας των προβολέων της δημοσιότητας που πέφτουν πάνω τους, του γεγονότος ότι απευθύνονται σε ένα κλειστό club προμηθευτών που δεν κάνουν πόλεμο μεταξύ τους και του δεδομένου ότι πρέπει να λειτουργούν, δεν μπορούν (και δεν χρειάζεται λόγω της πολύ μεγάλης αξίας τους) να δώσουν μεγάλες μίζες ως ποσοστό επί της αξίας του έργου, αντίθετα με τα μικρά, όπου η μίζα μπορεί να είναι μέχρι και πλησίον του 100% της αξίας. Αυτό οδηγεί αναγκαία στην σκέψη ότι αν θέλουμε να μειώσουμε την διαφθορά πρέπει να προτιμάμε να διανέμουμε τις δημόσιες επενδύσεις σε λίγα μεγάλα έργα κι όχι σε πολλά μικρά. Αυτή ήταν η τακτική που ακολούθησε ο Σημίτης. Δυστυχώς εδώ έχω την εντύπωση ότι ο Παπανδρέου δεν θα συμφωνούσε, κι όχι από αντιΣημιτισμό. Αν βλέπω σωστά τα πράγματα, η πολιτική του άποψη είναι υπέρ της αποκέντρωσης και στο επίπεδο των κονδυλίων, πράγμα που οδηγεί τις δημόσιες επενδύσεις σε μικρά έργα και δυσκολεύει την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Δυστυχώς το δεύτερο αυτό κείμενο για την διαφθορά βγήκε μεγαλύτερο απ όσο περίμενα, επομένως πρέπει να ζητήσω συγγνώμη για τον κακό υπολογισμό μου. Επίσης συγγνώμη ζητώ και για την καθυστέρηση αυτού του post, για την οποία όμως δεν μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Διαφθορά μέρος Α.

Έναυσμα για το κείμενο αυτό μου έδωσε η είδηση ότι ο Παπανδρέου αποφάσισε να συγκαλέσει συμβούλιο αρχηγών των κομμάτων υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Με δεδομένη την πολυπλοκότητα του προβλήματος το έσπασα σε δυο posts, στο πρώτο απ τα οποία θα προσπαθήσω να περιγράψω την διαφθορά, την έκταση και τα είδη της, στο δε δεύτερο θα προσπαθήσω να την ερμηνεύσω και να προτείνω κάποιες σκέψεις που κατά την γνώμη μου θα βοηθούσαν στην επίλυσή του.

……………………………


Σύμφωνα με τους πίνακες CPI της Transparency International, το 2004 η Ελλάδα βρισκόταν μαζί με το Σουρινάμ στην 49η θέση από την άποψη της διαφθοράς (1). Μια θέση πιο κάτω απ τις Σεϋχέλλες κι αρκετά πιο κάτω απ την Μαλαισία και την Τυνησία που ήταν στην 39η θέση, καθώς και την Μποτσουάνα, την Εσθονία και την Σλοβενία που ήταν στην 31η. Ευτυχώς η γειτονική μας Τουρκία βρισκόταν αισίως στην 77η πράγμα που τουλάχιστον μας επέτρεπε την παρηγοριά ενός χαμόγελου υπεροψίας παρά τα χάλια μας.

Ήταν φυσικό η διαφθορά να αποτελεί κεντρικό θέμα της προεκλογικής ατζέντας της ΝΔ την χρονιά εκείνη. Ο Καραμανλής σαν γένους αρσενικού Νέμεσις άστραφτε και βρόνταγε, εξαπολύοντας μύδρους κατά της κυβέρνησης Σημίτη και υποσχόμενος το τέλος της διαφθοράς. Ο ίδιος ο Σημίτης κατηγορήθηκε σαν αρχιερέας της διαπλοκής. Η ΝΔ και ο Καραμανλής κέρδισαν τις εκλογές.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 2009 η Transparency International έδειχνε την Ελλάδα στην 71η θέση των ίδιων πινάκων(2). Αλλά αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα. Τα κράτη που μπαίνουν στον κατάλογο αυξήθηκαν άρα μπορούμε να βρούμε κάποια δικαιολογία. Ποιος θα δει εξάλλου ότι ανεξαρτήτως κατάταξης η βαθμολογία μας έπεσε απ το 4.3 στο 3.8;

Το κακό είναι όμως ότι δεν μπορείς να είσαι ούτε εθνικά υπερήφανος. Ακριβώς πάνω από μας στον πίνακα λες και μας δουλεύει είναι η FYROM, και πιο πάνω η Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο, και ωιμέ, η Γκάνα. Και δυστυχώς η Τουρκία μας έχει περάσει πολύ, είναι στην 61η θέση.

Αν οι κατατάξεις σε πίνακες σας φαίνονται λίγο αφηρημένες, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία πιο συγκεκριμένα. Το 13% των Ελλήνων πολιτών κατέφυγε σε φακελάκια το 2008 πληρώνοντας συνολικά 750,000,000 €, δηλαδή 110,000,000 € περισσότερα απ το 2007. Δηλαδή αύξηση κατά 17%, πέντε φορές μεγαλύτερη απ τον ρυθμό ανάπτυξης. Δηλαδή οι οικογένειες του 13% των Ελλήνων χρειάστηκαν από 1450 € για να λαδωθεί η βραδυκίνητη δημόσια διοίκησή μας. Κι αυτό χωρίς να συμπεριλάβουμε τα σοβαρά ποσά, έτσι;. Γιατί το λάδι που χρειάζεται για να πάρεις ένα δημόσιο έργο οσοδήποτε μικρό κοστίζει ασύγκριτα περισσότερα χρήματα που δεν χωράν σε φακελάκι.

Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί η διαφθορά; Η απάντηση του πολίτη και κατά συνέπεια των κομμάτων είναι απλή. Το μόνο που χρειάζεται είναι η θέληση να λυθεί το θέμα, η πολιτική βούληση. Αυτής δεδομένης, θα πέσουν κάποια κεφάλια, θα μπει το μαχαίρι βαθειά ως το κόκκαλο κι έτσι θα αναπτυχθεί ο φόβος που φυλάει τα έρμα. Φυσικά θα χρειαστεί η συνεργασία όλων των αρμόδιων πάνω στο θέμα. Η κυβέρνηση, η βουλή, η δημόσια διοίκηση συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας και η δικαιοσύνη βέβαια. Α, κι η τηλεόραση και ο τύπος γενικότερα, το ξέχασα. Και οι διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Ο τύπος με το ρεπορτάζ του θα αναδείξει περιπτώσεις διαφθοράς φωνάζοντας σ όλους τους τόνους. Η κυβέρνηση, ενδεχομένως σε συμφωνία με τα υπόλοιπα κόμματα θα πάρει διοικητικά μέτρα και θα προτείνει αυστηρούς νόμους, που θα ψηφίσει η βουλή. Η βουλή επιπλέον θα συζητήσει τις περιπτώσεις διαφθοράς στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ίσως προχωρώντας και σε εξεταστικές επιτροπές όπου είναι δυνατόν. Η δημόσια διοίκηση θα κάνει κι αυτή τις επιτροπές της, τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις της, θα βγάλει φιρμάνια και θα καθιερώσει αυστηρότερες διαδικασίες ελέγχου. Οι εισαγγελείς θα διατάξουν ανακρίσεις ώστε οι κατηγορούμενοι να συλληφθούν και να τιμωρηθούν παραδειγματικά για να υπάρξει αποτροπή στο μέλλον.

Μόνο που η μέθοδος δεν δουλεύει, όπως γενικότερα δεν δουλεύει κανενός είδους βολονταρισμός στην πολιτική, όσο κι αν πουλάει. Η διαφθορά συμβαίνει ακριβώς στην δημόσια διοίκηση συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, των οποίων οι ηγεσίες μέχρι τρίτου βαθμού καθορίζονται απ τις κυβερνήσεις, που χρειάζονται τον τύπο για να έχουν προπαγάνδα υπέρ τους, ο δε τύπος την παρέχει έναντι πανάκριβων τιμημάτων, όπως πχ την συμμετοχή των ιδιοκτητών του σε διαγωνισμούς του δημοσίου που φυσικά κερδίζουν.

Το όργανο που διαθέτει η όποια κυβέρνηση για να λύνει προβλήματα είναι η δημόσια διοίκηση. Αν το όργανο με το οποίο προσπαθείς να βάλεις τέλος στην διαφθορά είναι διεφθαρμένο όμως, τα πράγματα είναι δύσκολα. Γι αυτό κι η λαϊκή αντίληψη οδηγείται σε μαγικές λύσεις με μεσσίες που παρακάμπτουν τους θεσμούς. Οι λύσεις αυτές συνήθως περιλαμβάνουν ένα αδιάφθορο αρχηγό που σε πείσμα όλων των απατεώνων κόβει κεφάλια και επανιδρύει το κράτος. Αν αυτό το σενάριο σας θυμίζει την ιστορία των τελευταίων πέντε έξι ετών, παρακαλώ να θυμηθείτε και την αποτυχία του.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να τακτοποιήσουμε λίγο τα πράγματα. Διαφθορά εμφανίζεται παντού στο κράτος, απ την κυβέρνηση μέχρι τα τελευταία στελέχη της δημόσιας διοίκησης. Με δεδομένο ότι τα υψηλόβαθμα στελέχη της δημόσιας διοίκησης τοποθετούνται στις θέσεις τους απ την κυβέρνηση, υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στους δυο αυτούς πόλους, μια γκρίζα περιοχή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διάκριση του τύπου της διαφθοράς που αναπτύσσεται.

Όσο κινούμεθα προς τα πάνω στην ιεραρχία η διαφθορά αναπτύσσεται στην επαφή του κράτους με τους προμηθευτές του δημοσίου, ενώ όσο πάμε προς τα κάτω έχουμε διαφθορά κυρίως στη σχέση της διοίκησης με τους ελεγχόμενους απ αυτήν πολίτες, όπως και τους πολίτες που είναι πελάτες του κράτους. Θα μπορούσαμε επιπλέον να διακρίνουμε την διαφθορά στην σχέση των προμηθευτών με την υψηλού επιπέδου διοίκηση, στην καθαρά οικονομική διαφθορά και την πολιτική διαφθορά, με ή χωρίς την διακίνηση χρημάτων. Είναι προφανές ότι όσο ανεβαίνουμε στην ιεραρχία τόσο θα συναντούμε περισσότερη πολιτική διαφθορά. Έχουμε επομένως πέντε είδη διαφθοράς.

* την πολιτική, χωρίς οικονομικά ανταλλάγματα
* την πολιτική, με οικονομικά ανταλλάγματα
* την καθαρά οικονομική, σε σχέση με τους προμηθευτές
* την οικονομική, σε σχέση με τους ελεγχόμενους πολίτες
* την οικονομική, σε σχέση με τους πολίτες ως πελάτες.


Το πρώτο είδος διαφθοράς είναι το δυσκολότερο να εντοπιστεί. Ο πολιτικός θέλοντας περισσότερη δημοσιότητα στα τηλεοπτικά κανάλια ή στις στήλες των εφημερίδων, ή ζητώντας την στήριξη παραγόντων που φέρνουν ψήφους, προσφέρει σε κάποιον ισχυρό την δική του υποστήριξη φροντίζοντας για κάποιο παραθυράκι στους νόμους, ψηφίζοντας μια απόφαση υπέρ του ισχυρού ή δημιουργώντας ένα κλίμα που θα τον ευνοήσει. Εδώ παρουσιάζεται η γνωστή μας διαπλοκή με τους νταβατζήδες του κυρίου Καραμανλή. Στην ευτελέστατη μορφή της η διαφθορά αυτού του τύπου εκφυλίζεται στο απλό ρουσφετάκι.

Οι πολιτικοί και τα κόμματα όμως δεν έχουν ανάγκη μόνον απ την προβολή ή την ευνοϊκή μεταχείριση που κάποιοι νταβατζήδες θα τους εξασφαλίσουν, ούτε τους φτάνει το ρουσφέτι. Χρειάζονται και χρήματα για τις συγκεντρώσεις τους, για το διαφημιστικό τους υλικό και τα τοιαύτα. Τέτοιου τύπου διαφθορά ήταν τα χρήματα που προσέφερε ο Χριστοφοράκος της Siemens -κατά δήλωσή του- σε όλα τα κόμματα και κατ επώνυμη αναφορά στον ομολογήσαντα Τσουκάτο και τον μακαρίτη τον Βαρθολομαίο. Αυτό είναι το δεύτερο είδος διαφθοράς, που βέβαια σχετίζεται πολύ με το πρώτο.

Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι τα δυο αυτά είδη διαφθοράς απαιτούν εξαιρετική λεπτότητα, κυρίως το πρώτο. Σε κάποια δεξίωση ο πολιτικός μας συναντά τον ισχυρό παράγοντα. Μεταξύ τυρού και αχλαδίου, μετά από μια εισαγωγική συζήτηση όπου οι δυο άνδρες ανακαλύπτουν την πολιτική τους συμφωνία, ο παράγων θέτει υπ όψιν του πολιτικού κάποιο πρόβλημά του. Ο πολιτικός δείχνει ενδιαφέρον και παρατηρεί ότι αυτό είναι γενικότερο πρόβλημα που πρέπει να απασχολήσει τον λαό, απορεί δε που δεν το έχουν αναδείξει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της κυριότητας ή της επιρροής του ισχυρού. Αυτός με την σειρά του δηλώνει εντυπωσιασμένος ότι η ιδέα αυτή του πολιτικού είναι εξαιρετική και του ζητά να εμφανιστεί σε μια εκπομπή για να υποστηρίξει την κοινή τους θέση.

Κάτι αντίστοιχα λεπτό γίνεται κι αν υπάρχει οικονομικό αντάλλαγμα, δηλαδή στο δεύτερο είδος διαφθοράς. Ο επιχειρηματίας εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για κάποιο διαγωνισμό. Ο πολιτικός διαβεβαιώνει τον επιχειρηματία ότι και ο ίδιος και το κόμμα του θα κάνουν κάθε τι δυνατόν ώστε να μην αδικηθεί γενικά στους διαγωνισμούς προμηθειών του δημοσίου αλλά και στον συγκεκριμένο ειδικότερα. Περί το τέλος του γεύματος, και αφού μεσολαβήσει και μια συζήτηση για αθλητικά ή καλλιτεχνικά θέματα της αρμοδιότητας του, ο ισχυρός παράγων προσφέρει στον πολιτικό και μια επιταγή για να ενισχύσει το κόμμα που έτσι κι αλλιώς το εκτιμά πολύ και το deal έγινε.

Παρατηρήστε ότι ο λεπτεπίλεπτος τρόπος με τον οποίο συζητούνται οι συμφωνίες σ αυτά τα δυο πρώτα είδη διαφθοράς αποτελεί εξαιρετικό ανάχωμα απέναντι σ οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδοθούν ευθύνες. Πουθενά δεν υπάρχει το quid pro quo. Οι δυο κινήσεις που σφραγίζουν το deal εμφανίζονται ως ασύνδετες μεταξύ τους. Ακόμα κι αν υπήρχε η δυνατότητα καταγραφής της συζήτησης και παρουσίαση της καταγραφής αυτής σ ένα δικαστήριο, κανείς δικαστής δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τους εμπλεκόμενους. Γι αυτό ισχύει το αξίωμα οτι ένα πολιτικό υψηλού επιπέδου δεν τον στέλνεις στην φυλακή, τον στέλνεις σπίτι του.

Επιτρέψτε μου μια ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική αναλογία. Φανταστείτε μια πόρνη που δεν ζητάει ποτέ χρήματα απ τους πελάτες της. Οι ίδιοι αφήνουν μόνοι τους ότι θέλουν στο τέλος σ ένα φακελάκι χωρίς συζήτηση, ή έστω λέγοντας ότι θέλουν να της προσφέρουν ένα δωράκι. Φυσικά οι πελάτες επιλέγονται από ένα κύκλο βεβαιωμένα γενναιόδωρων κυρίων. Μια τέτοιου είδους πορνεία θα εξασφάλιζε το ακαταδίωκτο, αφού κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει το σεξ ούτε τα δωράκια μεταξύ εραστών, σωστά; Ελπίζω επίσης να είναι σαφές κατόπιν αυτού ότι ο λόγος για τον οποίο διώκονται οι πόρνες είναι ότι δεν έχουν κατακτήσει το επίπεδο διαλόγου του πολιτικού με τον ισχυρό παράγοντα. Η δίωξή τους είναι απλώς γλωσσικό θέμα, έστω θέμα τρόπων, που είναι τελικά το ίδιο.

Το επόμενο είδος διαφθοράς, το τρίτο, αφορά την επαφή των decision makers με τους προμηθευτές του δημοσίου. Είναι προφανές ότι σ αυτή την περίπτωση έχουμε μια πολύ πιο συγκεκριμένη συναλλαγή. Ο πολιτικός, συχνά διευθυντής δημόσιου οργανισμού που θα πάρει απόφαση για την επιλογή κάνει σαφή στον υποψήφιο προμηθευτή την πρόθεσή του να δώσει την δουλειά στον προσωπικό του πλειοδότη, τον οποίο θα καταστήσει μειοδότη του διαγωνισμού. Συνήθως χρησιμοποιείται ένας κοινής εμπιστοσύνης ενδιάμεσος για τις επαφές. Τυπική περίπτωση τέτοιου είδους διαφθοράς, αν βέβαια οι καταγγελίες αληθεύουν, είναι η περίπτωση Παυλίδη.

Υπάρχουν αρκετές τεχνικές που κάνουν δυνατή αυτή την μέθοδο, μεταξύ των οποίων οι φωτογραφικοί διαγωνισμοί, το σπάσιμο ενός μεγάλου έργου σε μικρότερα ώστε να μπορεί να παρακαμφθεί ο διαγωνισμός από αναθέσεις, οι καθυστερήσεις δια των συνεχών ενστάσεων που πάλι σε αναθέσεις οδηγούν, η δημιουργία consortium εταιρειών καθ υπόδειξιν του δωρολήπτη ώστε να συνεργασθούν οι εταιρείες για να μειωθεί ο ανταγωνισμός και άλλες. Ο κατάλογος που ανέφερα προφανώς δεν είναι εξαντλητικός αφού η εφευρετικότητα των decision makers είναι ανεξάντλητη όταν πρόκειται για το συμφέρον τους.

Όλα τα παραπάνω είδη διαφθοράς συμβαίνουν σε υψηλά κλιμάκια εξουσίας πέρα απ τον ορίζοντα του μέσου πολίτη που δεν μπορεί να τα δει καθαρά, μπορεί απλώς να τα υποθέσει ή να ακούσει γι αυτά απ τις εξειδικευμένες στο θέμα εκπομπές των διαφόρων τηλεοπτικών εισαγγελέων. Και βεβαίως ο μέσος τηλεθεατής δεν υποπτεύεται ότι ακριβώς αυτές οι εκπομπές είναι ένα απ τα εργαλεία της διαφθοράς αυτού του τύπου, με αμυντικό αυτή τη φορά τρόπο.

Την κατάλληλη στιγμή, η δυσφήμιση ενός κόμματος. ενός πολιτικού στελέχους που βρίσκεται σε καίρια θέση ή μιας εταιρείας που συναλλάσσεται με το δημόσιο, λειαίνει την οδό της επιλογής του κατάλληλου προμηθευτή, που τυχαίνει ας πούμε να είναι ένας απ τους ιδιοκτήτες του τηλεοπτικού σταθμού που προβάλλει την εκπομπή. Μια τέτοιου τύπου δραστηριότητα μπορεί να μειώσει σοβαρά το κόστος της κάτω απ το τραπέζι οικονομικής συναλλαγής αυξάνοντας όμως την πιο επικίνδυνη πολιτική συναλλαγή, που δεν αποτελεί μικρότερη διαφθορά. Επιπλέον σε κάποιες περιπτώσεις αυτονομημένων δημοσιογράφων μπορεί να αποτελεί πίεση για συμμετοχή στη μίζα, πράγμα που συνολικά την αυξάνει βέβαια. Εδώ βρισκόμαστε στον ωκεανό της λεγόμενης διαπλοκής.

Τα είδη της διαφθοράς που είναι αμέσως ορατά στον μέσο πολίτη είναι τα δυο τελευταία. Στο ένα, το τέταρτο με τη σειρά που τα ανέφερα, έχουμε την περίπτωση που ο πολίτης υφίσταται έλεγχο από κρατικούς λειτουργούς, για παράδειγμα εφοριακούς, αστυνομικούς, δικαστές κλπ. Ο πολίτης έχει παραβεί τον νόμο είτε από πρόθεση, είτε από αδυναμία να είναι νόμιμος, είτε επειδή δεν καλύπτει κάποιες απαιτούμενες τυπικότητες, και βρίσκεται αντιμέτωπος με το δίλημμα ή να αναδεχθεί τις συνέπειες του νόμου ή να χειριστεί το θέμα λίγο πιο προσωπικά, επιλύοντας το σε χαμηλούς τόνους με τον αρμόδιο υπάλληλο. Αν η φορολογία σου είναι τόση ώστε να σου εξαφανίζει την βιωσιμότητα της επιχείρησής σου, ασφαλώς θα προτιμήσεις να πληρώσεις το 1/5 του νομίμου ποσού σε φακελάκι. Κι αν συνηθίσεις αυτή τη μέθοδο, θα την συνεχίσεις κι όταν η επιχείρησή έχει ανδρωθεί. Γιατί να μη βγάλεις το κάτι παραπάνω; Αν οι δαιδαλώδεις κανονισμοί και εγκύκλιοι σου απαγορεύουν να πάρεις άδεια για το συνεργείο που ονειρευόσουν, θα πληρώσεις τον ελεγκτή του δήμου για να στην δίνει μονίμως προσωρινά. Αν το μπαράκι σου κάνει θόρυβο κι ενοχλεί τους περιοίκους, θα πληρώσεις κάτι τι στον αστυνομικό που θα έρθει να σε ελέγξει. Αν το σπιτάκι που έκτισες έχει υπερβάσεις ή είναι αυθαίρετο, ο μηχανικός της πολεοδομίας εστιάζοντας την προσοχή του στο πολύχρωμο φακελάκι που θα του δώσεις θα αποσπαστεί και δεν θα καταφέρει να διακρίνει την παράβαση.

Το τελευταίο είδος διαφθοράς, επίσης αμέσως ορατής απ τον μέσο πολίτη, σχετίζεται με την μειωμένη προσφορά ανελαστικών αγαθών και υπηρεσιών από το ίδιο το κράτος του οποίου ο πολίτης καθίσταται πελάτης. Η στενότητα παροχής αυτών των αγαθών και υπηρεσιών, εξαιρετικά καλά μελετημένη και θεωρητικά δικαιολογημένη, παράγει ουρές αναμονής που για να ξεπεραστούν πρέπει να λαδωθεί η μηχανή. Αν η εγχείρηση ανοικτής καρδιάς που πρέπει να κάνεις αμέσως χρειάζεται έξι μήνες αναμονή, ή θα πληρώσεις τον ιδιώτη γιατρό που θα στην κάνει γρήγορα, ή θα αντιμετωπίσεις τον γιατρό του ΕΣΥ σαν ιδιώτη, απλώς αρκετά φθηνότερο μια και δεν θα σου χρεώσει το κόστος κλίνης για μια βδομάδα και μονάδας εντατικής θεραπείας για δυο μέρες, ούτε το κόστος απόσβεσης του χειρουργείου και των οργάνων του, αφού αυτά τα έξοδα θα τα αναλάβει το κράτος. Αν χρειάζεσαι πέντε μήνες αναμονής για να σου έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα που χρειάζεται η επιχείρησή σου για να λειτουργήσει θα δώσεις ένα μικρό γρηγορόσημο και το ρεύμα θα έρθει μεθαύριο. Οι παλιότεροι μπορούν να θυμηθούν την μπίζνα που είχε αναπτυχθεί την δεκαετία του ’80 απ την έλλειψη γραμμών τηλεφώνου. Αυτό το τελευταίο είδος διαφθοράς βαίνει μειούμενο καθώς καταργούνται τα κρατικά μονοπώλια τα τελευταία 20 χρόνια, παραμένουν όμως ισχυροί θύλακες αντίστασης και κυρίως το ΕΣΥ.

Όπως προφανώς ξέρατε αλλά ελπίζω να είδατε λίγο πιο τακτοποιημένα, το πρόβλημα της διαφθοράς είναι εξαιρετικά πολυδαίδαλο και δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Αφορά πολύ μεγάλα ποσοστά δημοσίων λειτουργών, και με δεδομένο ότι οι πράξεις που σχετίζονται μ αυτήν διεκπεραιώνονται σε κλειστά δωμάτια με τους ενδιαφερόμενους να ωφελούνται απ την συναλλαγή, δηλαδή να μην έχουν συμφέρον να την καταγγείλουν, η επίλυσή του με αστυνομικά μέτρα είναι ατελέσφορη. Αφήστε που η έκταση του φαινομένου είναι τέτοια ώστε οι φυλακές δεν θα χωρούσαν τους παραβάτες. Ένας αστυνομικός μπορεί να σταματήσει ένα αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός δεν φοράει ζώνη ή μιλάει στο κινητό. Αν όμως το αυτοκίνητο έχει φυμέ τζάμια το πράγμα δυσκολεύει πολύ, κι αν οι παραβάτες είναι το 90% των οδηγών η επιβολή του νόμου είναι απλώς αδύνατη.

Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτε για την διαφθορά; Νομίζω ότι μπορούμε υπό κάποιες προϋποθέσεις μερικές απ τις οποίες αυτό τον καιρό συντρέχουν. Αλλά χρειάζεται μια σχετικά βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου. Η όποια αποσπασματική αντιμετώπιση δεν μπορεί να δώσει λύσεις, η λερναία ύδρα θα βγάλει φρέσκα κεφαλάκια. Γι αυτό στο επόμενο post θα προτείνω μια συνολική αντίληψη για το τι παράγει την διαφθορά, τι είδους πολιτικές μπορούν να ασκηθούν για την ελάττωσή της και μερικά παραδείγματα για το πώς αυτές οι πολιτικές μπορούν να εξειδικευτούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

............................

(1) www.transparency.org/policy_research/surveys_indices/cpi/2004
(2) www.transparency.org/policy_research/surveys_indices/cpi/2009/cpi_2009_table

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Μεταναστευτικό.

Ο Ραχίμ κι ο Μαλίκ έσκυψαν όσο μπορούσαν και κράτησαν την αναπνοή τους καθώς ο Τούρκος ταγματάρχης φώτιζε με το φακό του τα κιβώτια με τα φρούτα που βρίσκονταν παντού γύρω τους μέσα στο φορτηγό. Ήταν η τρίτη φορά που τους σταματούσαν για έλεγχο σ αυτό το τελευταίο κομμάτι του ταξιδιού τους απ το ιρανικό Ντερίκ στο τουρκικό Γιαβουζλάρ. Ούτε αυτοί ούτε οι υπόλοιποι 50 συνεπιβάτες τους βέβαια ήξεραν ότι δεν κινδύνευαν σοβαρά αφού ο ταγματάρχης ήταν, έμμισθο βέβαια, μέρος του συστήματος που τους μετέφερε απ το Μπανγκλαντές στην Ελλάδα, σ ένα ταξίδι 7000 χιλιομέτρων.

Οι δυό Μπανγκλαντεσιανοί είχαν κλείσει την συμφωνία πριν από ένα μήνα. Οι τελευταίες πλημμύρες στο Ρατζσαχί είχαν εξαφανίζει την τελευταία τους πιθανότητα να βρουν οποιαδήποτε δουλειά, κι οι μεταδοτικές ασθένειες θέριζαν γύρω τους. Αυτή η κατάσταση φυσικά έκανε την συμφωνία τους αρκετά ακριβότερη. Θα τους κόστιζε 4000 ευρώ, δηλαδή λίγο περισσότερο απ τα εισοδήματα 10 ετών στην περιοχή που ζούσαν. Αλλά μήπως είχε σημασία; Έτσι κι αλλιώς δεν θα έδιναν τίποτε, και τρία ή τέσσερα χρόνια δουλειάς για να τα ξοφλήσεις δεν έχουν διαφορά. Και μόνο το να είσαι στην Ελλάδα, να ζεις σ ένα χώρο με τρεχούμενο νερό, ηλεκτρικό και θέρμανση, να μπορείς να βγεις έξω και να χαθείς στα φώτα, να βλέπεις αυτές τις υπέροχες προκλητικές γυναίκες που κυκλοφορούν στο δρόμο είναι περίπου παράδεισος.

…………………………………………….

Παρά το κλίμα δυσαρέσκειας στους κατοίκους απ την προσέλευση μεταναστών, το σύστημα δουλεύει ρολόι. Ο Ραχίμ κι ο Μαλίκ θα δουλέψουν σε δουλειές που κανείς Έλληνας δεν θα δεχόταν να κάνει, μ αυτά τα λεφτά τουλάχιστον. Θα μαζέψουν ροδάκινα που αλλιώς θα σάπιζαν, θα βάψουν σπίτια που αλλιώς θα έμεναν άβαφτα, θα δουλέψουν στις βιοτεχνίες που αλλιώς θα έκλειναν. Επομένως θα παραχθεί αξία, της οποίας μικρό μέρος θα πάρουν. Οι εργοδότες τους και οι καταναλωτές των υπηρεσιών τους θα βγουν κυρίως ωφελημένοι. Και απ εδώ και κάτω θα αρχίσει να κινείται και η αγορά.

Στο χωριό ο αγρότης που τους έβαλε στα ροδάκινα θα αυξήσει το εισόδημά του. Το σπίτι που βάφτηκε θα ενοικιαστεί ταχύτερα. Ο βιοτέχνης θα πουλήσει και θα πληρώσει τους εργαζόμενους, και τους μετανάστες και τους ντόπιους που διατηρούν τις δουλειές τους. Οι ίδιοι, έστω και με τα ελάχιστα χρήματα που θα πάρουν, θα πληρώσουν το ενοίκιο τους, το φαγητό που θα φάνε, τα δυο ρουχαλάκια που θα αγοράσουν για να ντυθούν. Έτσι θα συντηρήσουν τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, την θέση ταμία στο σουπερμάρκετ και της πωλήτριας των ρούχων. Και βέβαια οι ιδιοκτήτες του σουπερμάρκετ και του μαγαζιού ρούχων θα έχουν κέρδος. Και θα πληρώσουν και εφορία.

Μεταξύ των ετών 1992 και 2007, δηλαδή απ την έναρξη περίπου του μεταναστευτικού κύματος μέχρι του σημείου που μπορώ να βρω απολογιστικά στοιχεία, το κατά κεφαλήν ελληνικό Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν ανέβηκε απ τις 14,085 στις 28,422 δολάρια, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε. Η ανεργία το 1992 ήταν στο 8.3%, και κατά σύμπτωση το 2007 ήταν πάλι 8.3%, δηλαδή δεν αυξήθηκε. Αν μάλιστα σκεφτούμε ότι οι μηχανισμοί μέτρησης της ανεργίας ήταν πιο μεροληπτικοί (υπέρ των κυβερνήσεων εννοώ) απ αυτούς του 2007, η πραγματική ανεργία πρέπει να μειώθηκε. Κι αυτό παρά το ότι στο μεταξύ είχαν εισρεύσει στην Ελλάδα περίπου 1.5 εκατομμύριο μετανάστες.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Τίποτε το σπουδαίο, εκτός απ το ότι οι μετανάστες δεν παίρνουν δουλειές ντόπιων αλλά τους δίνουν, καθώς και ότι τους αυξάνουν σοβαρά το εισόδημα. Αυτό βεβαίως έρχεται σε αντίθεση με την γνωστή εναντίον των μεταναστών προπαγάνδα, αλλά κι αυτό είναι ευεξήγητο όπως σε λίγο θα προσπαθήσω να δείξω.

Ακούω ήδη στο δεξί μου αυτί την άγρια, απειλητική φωνή που μιλάει ειρωνικά. «Δηλαδή αφού είναι έτσι να φέρουμε κι άλλους 10-20 εκατομμύρια μετανάστες, να μηδενίσουμε την ανεργία και να κονομήσουμε. Όλα καλά δεν λες ότι είναι;»

Δεν λέω καθόλου κάτι τέτοιο. Λέω ότι το πρόβλημα πρέπει να το αναζητήσουμε σε πολύ διαφορετικό σημείο απ αυτό που συνήθως μας βάζουν να ψάχνουμε. Και συγχωρήστε μου την αδιαφορία για το αν αυτά που λέω συμβαδίζουν με την κοινή αντίληψη.

Όπως προηγουμένως είπα, οι μετανάστες δεν παίρνουν δουλειές από ντόπιους γιατί κάνουν δουλειές που οι ντόπιοι δεν θα έκαναν ποτέ. Αυτό όμως με όρους οικονομίας της αγοράς σημαίνει απλούστατα ότι οι δουλειές που συντηρούνται είναι με τα δεδομένα των ντόπιων αντιοικονομικές. Δηλαδή δεν πρέπει να συντηρούνται. Και παρόλο που η κυρίαρχη ιδεολογία τους υποχρεώνει να διακηρύσσουν το αντίθετο, εγώ θα συμφωνήσω με τα έργα κι όχι τα λόγια τους.

Για να το δούμε αυτό λιγάκι. Σύμφωνα με τη λογική της αγοράς και τις πραγματικές επιθυμίες των Ελλήνων που εκφράζονται με τις οικονομικές τους δραστηριότητες, τα ροδάκινα που μάζεψαν οι μετανάστες μας δεν έπρεπε να μαζευτούν αφού κανείς Έλληνας δεν ήθελε να τα μαζέψει. Η βιοτεχνία στην οποία δούλεψαν και την οποία όπως είπαμε συντήρησαν, για τον ίδιο λόγο δεν έπρεπε να συντηρηθεί. Όσο και να φωνάζουν οι διαπρύσιοι κήρυκες των δήθεν φιλολαϊκών συνθημάτων, δεν είναι δυνατόν να έχεις μια οικονομία που δουλεύει με αγροτικά προϊόντα και υφαντουργία και ταυτόχρονα να έχεις το επίπεδο ζωής που θέλει ο μέσος Έλληνας.

Τα οπωροκηπευτικά και τα ρούχα της ποιότητας που παράγουν οι ελληνικές υφαντουργίες μπορούν να παραχθούν πολύ φθηνότερα στην Ινδία, το Μπανγκλαντές, την Βουλγαρία κλπ. Το να τα παράγουμε στην Ελλάδα θα σημαίνει υποχρεωτικά δυο πράγματα. Ότι το εισόδημά μας θα είναι μικρό αφού αυτά που θα παράγουμε δεν θα αξίζουν και ότι τα λιγοστά μας κεφάλαια θα δεσμεύονται σε άχρηστες δουλειές, άρα δεν θα έχουμε να χρηματοδοτήσουμε επικερδείς δραστηριότητες.

Είναι σαφές εδώ ότι υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση μεταξύ των όσων οι Έλληνες φαίνεται να πιστεύουν στα λόγια και όσων τα έργα τους λένε. Για την ώρα βέβαια αυτή η αντίφαση καλύπτεται από ένα μηχανισμό επιδοτήσεων και δασμών. Το ελληνικό ροδάκινο φτάνει στο σουπερμάρκετ στην τιμή του 1,5 ευρώ, δηλαδή περίπου όσο φθάνει και το εξωτικό μάνγκο απ το Μπανγκλαντές. Όμως η τιμή του ροδάκινου στην πραγματικότητα είναι αρκετά μεγαλύτερη, απλώς ένα μέρος των χρημάτων που καταβάλλουμε ως καταναλωτές το παίρνουν οι παραγωγοί και άλλοι εμπλεκόμενοι εκτός σουπερμάρκετ, απ τις επιδοτήσεις. Μας το παίρνουν δηλαδή στην φορολογία. Και η αξία του μάνγκο στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρότερη, αλλά ένα μέρος των χρημάτων πάει πάλι στην εφορία ως τέλη και δασμοί που πληρώνει ο παραγωγός για να το εισαγάγει - και βέβαια το προσθέτει στο κόστος που το πληρώνουμε πάλι εμείς.

Ο καταναλωτής σήμερα βλέπει την ίδια τιμή στα δυο φρούτα, κι εφόσον δεν ξέρει την γεύση του μάνγκο ή εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να κρίνει την ποιότητά του ενώ του ροδάκινου μπορεί, προτιμά το σίγουρο ροδάκινο. Για φανταστείτε τώρα τι θα γινόταν αν αυτός ο μηχανισμός έλειπε. Στο ράφι του σουπερμάρκετ το ροδάκινο θα κόστιζε ας πούμε 2.5 ευρώ και το μάνγκο 70 λεπτά. Ναι αλλά τότε ο καταναλωτής θα έπαιρνε ίσως μάνγκο. Και θα του άρεσε βέβαια, και θα ξανάπαιρνε. Και τα χρήματα του, ή μέρος αυτών, θα πήγαιναν στο αγρότη του Μπανγκλαντές. Και τότε αυτός θα μπορούσε να ζήσει στον τόπο του, ενώ σήμερα δεν μπορεί. Κι επομένως έρχεται μετανάστης στην Ελλάδα. Ο κύκλος, ο φαυλεπίφαυλος αυτός κύκλος έκλεισε.

Μικρή ανασκόπηση λοιπόν, ξεκινώντας από άλλο σημείο του κύκλου. Το σημείο εκκίνησης είναι η παραγωγή μη ανταγωνιστικών προϊόντων. Κάτι τέτοιο, όπως είναι φυσικό προκαλεί μείωση του επιπέδου ζωής. Επομένως εμφανίζονται ομάδες παραπονούμενων επαγγελματιών που προσπαθούν να βρουν πολιτική έκφραση των συμφερόντων τους. Μόλις αυτή αποκτηθεί δημιουργούνται οι μηχανισμοί επιδοτήσεων και δασμών. Αυτοί με τη σειρά τους αυξάνουν το πρόβλημα των φτωχότερων κρατών, που αναγκάζονται να εξαγάγουν την φτώχεια τους στέλνοντας στο εξωτερικό τους φτωχότερους κατοίκους τους ως μετανάστες. Οι μετανάστες με την φθηνή τους εργασία ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων αυτών και παράγουν εισόδημα για τους κατοίκους των κρατών υποδοχής τους. Το εισόδημα αυτό αποτελεί ισχυρή επιβράβευση των μεθόδων απόκτησής του, κι επομένως δημιουργεί τάσεις συνέχισης της παραγωγής των μη ανταγωνιστικών προϊόντων.

Για να στηθεί αυτός ο κύκλος βασική προϋπόθεση είναι η φθηνή εργασία των μεταναστών. Με δεδομένο ότι το κόστος εργασίας πρέπει να είναι κάτω απ τα αποδεκτά για τους ντόπιους όρια, θα πρέπει για τους μετανάστες να είναι κάτω απ τον κατώτατο νόμιμο μισθό, άρα η εργασία πρέπει να είναι παράνομη. Και βεβαίως για να είναι οι μετανάστες παράνομοι θα πρέπει να υπάρχουν ισχυρές αντιστάσεις στην νομιμοποίησή τους. Επομένως πρέπει να διαδίδονται αντιλήψεις που θα συνηγορούν στην διατήρηση του καθεστώτος της παρανομίας των μεταναστών. Εύκολο. Κάθε φορά που κάποιος σ ένα τηλεοπτικό κανάλι λέει πόσο πολλοί είναι και πόσο κακό κάνουν οι μετανάστες, παράγει φόβο και θυμό εναντίον τους που δυσχεραίνει την νομιμοποίησή τους, δηλαδή φθηναίνει την εργασία τους.

Απαιτείται λοιπόν η ιδεολογικοποίηση του θυμού και του φόβου, δηλαδή παραγωγή ξενοφοβίας και ρατσισμού. Αυτό βέβαια δεν είναι καθόλου δύσκολο, αφού η ύπαρξη του κύκλου που περιέγραψα σημαίνει ότι αυτός ο μηχανισμός θα ανατροφοδοτείται στην επόμενη στροφή απ την ίδια την μετανάστευση και τις συνέπειές της. Αν φωνάζω θυμωμένα όταν μπαίνουν οι μετανάστες και αυτό συντελεί στο να διατηρούνται φτηνά τα μεροκάματά τους, που τα θέλουμε, τότε θα μπαίνουν περισσότεροι μετανάστες και άρα θα μπορώ να φωνάζω περισσότερο. Απλό αυτοενισχυόμενο κύκλωμα, για όσους ξέρουν λιγάκι από θεωρία συστημάτων.

Υπάρχει βέβαια ένα ακόμα λεπτό σημείο στο όλο κύκλωμα. Αυτό είναι η ιδεολογικοποίηση του μηχανισμού των επιδοτήσεων και των δασμών. Αυτό πετυχαίνεται με την αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση που προτείνει κατάργησή τους. Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι οι πρώτες διαδηλώσεις εναντίον της παγκοσμιοποίησης έγιναν από τους αμερικανούς αγρότες. Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι οι ακροδεξιές παρατάξεις έχουν γίνει κύριος πυλώνας αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση. Α, κι έχουν γίνει και αντιαμερικανοί, φυσικά. Αυτό που σ εμένα προσωπικά είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό είναι η συμπαράταξη της αριστεράς στις διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης, που μόνο με όρους αδρανειακής βλακείας ή πολιτικής εκμετάλλευσης των προβλημάτων της μετανάστευσης μπορώ να αντιληφθώ, αλλά που δεν μ αρέσει καθόλου.

Επίσης απαραίτητη γα την κατάσταση παρανομίας των μεταναστών είναι η διάβρωση των μηχανισμών ελέγχου των συνόρων, των συνθηκών εργασίας και της καθημερινότητας. Επομένως η ύπαρξη παράνομων μεταναστών απαιτεί διαφθορά. Στον στρατό και το λιμενικό που ελέγχει τα σύνορα, στις δημοτικές, νομαρχιακές και άλλες αρχές των σημείων εισόδου, στην αστυνομία που ελέγχει τους δρόμους και τις πλατείες, στους επιθεωρητές εργασίας και τους εφοριακούς που ελέγχουν τις επιχειρήσεις. Κι όσο μεγαλώνει ο αριθμός παράνομων μεταναστών τόσο θα μεγαλώνει η διαφθορά.

Η διαφθορά αυτή σημαίνει βέβαια χρήμα. Πόσο χρήμα; Ας υποθέσουμε ότι η εισροή παράνομων μεταναστών γίνεται μ ένα ρυθμό περίπου 100,000 τον χρόνο για να στρογγυλέψουν τα νούμερα. Ας υποθέσουμε επίσης ότι το μεγαλύτερο μέρος του ποσού των 3-5 χιλιάδων ευρώ που οι μετανάστες πληρώνουν στους μεταφορείς τους, ένα 70% περίπου, αποδίδεται στους ελληνικούς μηχανισμούς ελέγχου που είναι πολύ πιο οργανωμένοι απ τους αντίστοιχους των άλλων κρατών απ τα οποία οι μετανάστες περνούν. Το συνολικό κονδύλιο πρέπει μ αυτές τις υποθέσεις να είναι της τάξεως των 200 έως 350 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο. Κι αυτό είναι ένα μικρό μέρος του όλου ποσού, γιατί βέβαια χρειάζεται και η διαφθορά απ την συντήρηση των παρανόμων μεταναστών και της εργασίας τους μέσα στην Ελλάδα, που είναι πολύ περισσότεροι. Δεν θα ήταν παράλογο να πούμε ότι τα ποσά μόνον απ την σχετιζόμενη με τους μετανάστες διαφθορά πρέπει να είναι της τάξεως του δισεκατομμυρίου.

Αυτό το χρήμα είναι βέβαια μαύρο, και απαιτεί πιεστικά να νομιμοποιηθεί. Σας φαίνεται τώρα παράξενο που η ακροδεξιά στην Ελλάδα ενώ συνήθως είναι αυστηρή και άτεγκτη, υποστηρίζει τώρα ανοιχτά την μη εφαρμογή του «πόθεν έσχες» με το σκεπτικό ότι έτσι θα διευκολυνθεί η είσοδος του μαύρου χρήματος στην οικονομία – και ότι αυτό είναι η λύση του οικονομικού μας προβλήματος;

Όπως ελπίζω να είναι εμφανές, όλα δένουν. Αρνούμεθα με πάθος την παγκοσμιοποίηση ώστε να μη πουλιούνται τα φτηνά προϊόντα απ τις χώρες προέλευσης μεταναστών. Αναπτύσσουμε την ξενοφοβία και το ρατσισμό ώστε να παραμένουν παράνομοι άρα να έχουν χαμηλά μεροκάματα. Στηρίζουμε τους μηχανισμούς νομιμοποίησης του μαύρου χρήματος ώστε οι επωφελούμενοι απ το μεταναστευτικό να μπορούν να παραμένουν αξιοσέβαστοι. Και βέβαια όλα αυτά ακριβώς επειδή είμαστε εναντίον της μετανάστευσης. Ευφυέστατος μηχανισμός, δεν συμφωνείτε;

Το κακό με τον μηχανισμό αυτόν είναι ότι δουλεύει μόνο σχετικά βραχυπρόθεσμα. Συντηρώντας την παραγωγή μη ανταγωνιστικών προϊόντων, οδηγεί την οικονομία σε αδιέξοδα. Με δεδομένες τις μεταναστευτικές εφεδρείες και τις πιέσεις που ασκούν, το μεροκάματο των Ελλήνων πολιτών διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα. Η διαφθορά επεκτείνεται. Και φυσικά η αδυναμία αφομοίωσης των μεταναστών συντηρεί και την αταίριαστη με πολιτισμένη χώρα συμπεριφορά τους, και την χαμηλού επιπέδου μεν, χυδαία δε εγκληματικότητα που φέρνουν μαζί τους παράγοντας ισχυρές τάσεις διάρρηξης του κοινωνικού ιστού.

Είναι περιττό να πούμε πως οτιδήποτε προτείνει η τυπική προπαγάνδα για το μεταναστευτικό δρα εναντίον οποιασδήποτε λύσης. Φυσικά δεν μπορούμε να διώξουμε τους παράνομους μετανάστες, αφού ακριβώς επειδή είναι παράνομοι δεν έχουν επίσημα χαρτιά, κι αν έχουν μερικά τους τα κρατάν οι μεταφορείς – δουλέμποροι. Που να τους στείλεις; Κι αν ακόμη ξέρεις την χώρα προέλευσής τους, γιατί αυτή να τους δεχθεί αφού δια των μεταναστών εξάγει την φτώχεια της; Το μόνο που θα κατάφερνε μια σειρά ελέγχων με τέτοιο στόχο θα ήταν να επιδεινώσει τους όρους παραμονής τους, άρα να ρίξει κι άλλο τα μεροκάματα, στέλνοντας τους στον υπόκοσμο.

Το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα είχε και οποιαδήποτε σκλήρυνση των συνθηκών εισόδου. Θα μεγάλωνε το κόστος εισόδου, άρα την διαφθορά, και επιπλέον αυτοί που θα έμπαιναν θα είχαν περισσότερα να ξεπληρώσουν. Το να πουλά κάποιος cd ενδεχομένως φτάνει για να ξεπληρώσει 3 χιλιάρικα σε κανένα δυο χρόνια, αλλά αν το ποσό γίνει 10 χιλιάρικα τότε μάλλον θα χρειαστεί να πουλάει πρέζα. Και επομένως θα καταλήξεις να έχεις περισσότερη εγκληματικότητα και πιο διεφθαρμένο μηχανισμό καταπολέμησής της. Και η Frontex είναι θαυμάσιος μηχανισμός υποστήριξης των απόψεών μας για τα σύνορα στην ελληνοτουρκική διαμάχη, (βλέπετε; όταν υπάρχει κάτι που έκανε καλά η ΝΔ το λέω), αλλά όχι και τόσο αποτελεσματικός στο σταμάτημα του μεταναστευτικού ρεύματος. Εξ άλλου κι οι Ευρωπαίοι αντίστοιχο πρόβλημα έχουν, ίσως σε μικρότερη έκταση ποσοστιαία. Οι επιδοτήσεις και οι διατήρησή τους είναι τεχνική που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγάγει σε επιστήμη.

Γι αυτό η τελική απάντηση στο μεταναστευτικό πρόβλημα πρέπει να είναι παγκόσμια. Μόνο η εφαρμογή κανόνων παγκοσμιοποίησης μαζί με μηχανισμούς υποβοήθησης της διοίκησης των αναπτυσσόμενων χωρών και ισχυρή οικονομική βοήθεια είναι δυνατόν να αναχαιτίσει τις τάσεις για μετανάστευση. Για να γίνει αυτό χρειάζεται απαραίτητα η αντίσταση στις απομονωτικές, εθνικιστικές και άλλες ανάλογες αντιλήψεις, πράγμα που θα ελαττώσει και την πιθανότητα πολέμων, άλλου δεινού αιτίου μετανάστευσης. Και βέβαια αυτό πρέπει να συναρτηθεί με τις αλλαγές τομέων παραγωγής και την ενίσχυση των τεχνολογιών αιχμής στα προηγμένα κράτη έτσι ώστε να παράγουν ανταγωνιστικά προϊόντα για να αφήσουν τα φτηνότερα στους φτωχότερους. Αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε και στην Ελλάδα και μάλιστα επειγόντως.

Στο μεταξύ βέβαια, η νομιμοποίηση των μεταναστών είναι απαραίτητη. Χωρίς αυτήν δεν μπορείς καν να τους μετρήσεις, πόσο μάλλον να ασκήσεις πολιτική. Χωρίς αυτήν οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν τίποτε να χάσουν, κι επομένως εύκολα θα διολισθαίνουν στην εγκληματικότητα. Χωρίς αυτήν τα μεροκάματα θα μένουν χαμηλά ή θα χαμηλώνουν και για τους Έλληνες. Κι όλα αυτά θα έχουν αποτέλεσμα την αύξηση των ήδη τρομακτικών εντάσεων.

Ευτυχώς, για πρώτη φορά διακηρύσσεται ότι θα δοθεί η ελληνική ιθαγένεια σ όσα παιδιά μεταναστών έχουν γεννηθεί εδώ. Συγχωρήστε μου το χαμόγελο. Αν θυμηθούμε ότι «ιθα» στα ελληνικά σημαίνει εδώ και ότι επομένως ιθαγενής σημαίνει αυτός που έχει γεννηθεί εδώ, τότε αντιλαμβάνεται ότι απλώς θα δώσουμε την ιθαγένεια στους ιθαγενείς, δηλαδή θα κάνουμε το αυτονόητο. Αλλά φαίνεται ότι τα αυτονόητα είναι πολύ δύσκολα σ αυτό τον τόπο. Ας πω λοιπόν ακόμα ένα μπράβο στην κυβέρνηση.

Αντιλαμβάνομαι ότι αυτά που λέω φαίνονται λιγάκι υπερβολικά μακροπρόθεσμα, απαιτούν διεθνείς συνεργασίες και είναι πολύ αντίθετα απ τις τρέχουσες αντιλήψεις για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν. Δεν υπάρχουν λοιπόν λύσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν από ένα κράτος και να αποδώσουν σε μικρότερο χρονικό διάστημα; Η απάντησή μου είναι ότι υπάρχει τουλάχιστον μια τέτοια λύση. Θα χρειαστεί όμως να περιμένετε κάποιο διάστημα για να την διαβάσετε εδώ, γιατί ίσως η δημοσίευσή της μειώσει τις πιθανότητές της να εφαρμοστεί.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Το πανεπιστημιακό άσυλο

Πλησιάζει 17 Νοέμβρη. Βεβαίως θα έχουμε όλες τις συνήθεις επετειακές εκδηλώσεις, τις συζητήσεις για την χούντα, τα αφιερώματα στους φοιτητές του Πολυτεχνείου, την πορεία, τα επεισόδια, τις προσαγωγές και τα συμπαρομαρτούντα. Τα τελευταία χρόνια, στο μενού έχει προστεθεί κι η συζήτηση για το άσυλο, και έχω την εντύπωση οτι φέτος θα είναι αρκετά έντονη. Θα διεξαχθεί όπως και κάθε άλλη φορά σε ποδοσφαιρικό επίπεδο με κραυγές υπέρ και κατά της αστυνομίας και των διαδηλωτων, αλλά χωρίς το αδιάψευστο κριτήριο του γκολ. Θα διεξαχθεί επίσης σε επίπεδο υπονοουμένων με κατηγορίες στήριξης της τρομοκρατίας ή της ακροδεξιάς, και σε επίπεδο συνωμοσιολογίας με εκατέρωθεν υπαινικτικές αναφορές σε καταχθόνια σχέδια καταστρατήγησης των ελευθεριών ή αλλαγής του καθεστώτος.

Η ανταλλαγή επιχειρημάτων θα είναι ανορθολογική και ανειλικρινής όπως όλες οι πολιτικές μας συζητήσεις πράγμα που μας καταδικάζει σ ένα τριτοκοσμικό επίπεδο πολιτικής ζωής με ανάλογες συνέπειες στην οικονομία, την κοινωνία και τον πολιτισμό μας. Νομίζω λοιπόν οτι κάποιες παρατηρήσεις σχετικές με τα επιχειρήματα που θα ακουστούν ίσως φανούν χρήσιμες.

Επιχείρημα 1. Το άσυλο κινδυνεύει (α)– Το άσυλο πρέπει να καταργηθεί (β).

Ψέμματα. Το άσυλο δεν κινδυνεύει πιά. Έχει ήδη καταργηθεί προ πολλού.

Άσυλο, εκ του στερητικού α και του συλώ, που σημαίνει βεβηλώνω, λεηλατώ κλπ.

Το άσυλο είναι μια πολύ παλιά πρακτική. Απ την αρχαιότητα υπάρχει σε αρκετούς λαούς, μεταξύ των οποίων και οι δικοί μας πρόγονοι, που του έδωσαν και το σημερινό του διεθνές όνομα. Η ιδέα είναι απλή. Οι ιεροί χώροι είναι απαραβίαστοι απ όλους. Κανείς δεν μπορεί να μπεί σ ένα ναό και να λεηλατήσει, να καταστρέψει ή να κλέψει ένα ιερό αντικείμενο. Αν το κάνει διαπράττει ιερο-συλία, καταδικαστέα απ τους πάντες, κυρίως δε απ τον θεό προς τιμήν του οποίου είχε ανεγερθεί ο ναός.

Μια μικρή επέκταση της αρχικής αυτής σκέψης είναι αρκετή. Κάποιος διώκεται. Μπαίνει στον ναό ως ικέτης κρατώντας κλάδον ελαίας που αφήνει στον βωμό, παραδίδει τον εαυτό του στο ιερόν και δι αυτής της μεθόδου καθιστά τον εαυτό του ένα είδος ιερού αντικειμένου, γίνεται homo sacer, όπως θάλεγε κι ο Agamben. Κανείς δεν μπορεί να τον καταστρέψει, ούτε να τον απαγάγει απ' εκεί.

Τώρα ας προσπαθήσουμε να ταιριάξουμε τα προηγούμενα που παράγουν την εικόνα του ασύλου, με τις σημερινές εικόνες των νεαρών που μπαίνουν στο Πολυτεχνείο μετά το καθιερωμένο μολότοφ πάρτυ. Πού είναι η ικεσία; Πού είναι η επίκληση της ιερότητας, ή έστω ο σεβασμός προς την ιερότητα του χώρου; Αν ρωτούσαμε τους (αν)αξιοποιούντες το άσυλο, πιθανότατα θα αρνιόντουσαν οποιαδήποτε έννοια ιερότητας ως απαράδεκτη. Στην πραγματικότητα οι εισερχόμενοι είναι οι πρώτοι που βεβηλώνουν και λεηλατούν. Το άσυλο συλούται επανειλημμένα. Δεν είναι πια άσυλο. Εκτός βέβαια αν ερμηνεύσουμε την λέξη σαν συνώνυμη της ψυχιατρικής κλινικής.

Επιχείρημα 2. Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί χώρο προστασίας μόνον της ελεύθερης διακίνησης ιδεών.

Ψέμμα.

Το άσυλο, το οποιοδήποτε άσυλο, αφορά προστασία από δίωξη, πράγμα που εντέχνως παραλείπεται απ την δεξιά προπαγάνδα. Φυσικά οι ιδέες δεν διώκονται όσο βρίσκονται στο κεφάλι κάποιου, διώκονταν όμως μέχρι πρόσφατα όσοι τις διέδιδαν. Το πανεπιστημιακό άσυλο δημιουργήθηκε ως χώρος προστασίας διωκομένων για παράνομες συμπεριφορές. Απλώς οι συμπεριφορές που προστατεύονται σχετίζονται με την διακίνηση ιδεών.

Εδώ, ανεξαρτήτως ιστορικών αιτίων που είναι ως συνήθως μάλλον ευτελή και συγκυριακά, πολύ ενδιαφέρουσα ειναι η λειτουργικότητα αυτού του πανεπιστημιακού προνόμιου της ασυλίας. Στο πανεπιστήμιο που ήταν και είναι κατ εξοχήν χώρος προόδου, μπορούσαν να προτείνονται και να δοκιμάζονται πιλοτικά αντιλήψεις και νόμοι που ακόμη δεν μπορούν να εφαρμοστούν σ όλη την κοινωνία.

Υπάρχουν σήμερα ιδέες σχετιζόμενες με συμπεριφορές που θα μπορούσαν να είναι αποδεκτές στο πανεπιστήμιο ενώ είναι παράνομες στην κοινωνία με γνώμονα αυτού του τύπου την λειτουργικότητα; Η απάντησή μου είναι σαφώς ναι. Ανεξάρτητα απ το αν μ αρέσει ή όχι, ήδη εφαρμόζεται μια τέτοια εξαίρεση σ όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια. Σ όλα τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα οι καθηγητές, οι σπουδαστές αλλά και οι διοικητικοί υπάλληλοι καπνίζουν σχεδόν παντού, παρά τις απαγορεύσεις. Αν αυτό εθεσμοθετείτο, το πανεπιστήμιο θα μπορούσε να ασκεί έτσι, αν τόθελε, μια έμπρακτη κριτική κατά της απαγόρευσης του καπνίσματος και να προτείνει άλλες μεθόδους προφύλαξης όσων δεν καπνίζουν. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με την χρήση απαγορευμένων ουσιών. Το ίδιο με τις εκτρώσεις σε κράτη που απαγορεύονται, ή με τις κλωνοποιήσεις. Φέρνω επίτηδες παραδείγματα εκ των οποίων άλλα επικροτώ κι άλλα όχι, γιατί το μόνο που ενδιαφέρει την συζήτησή μας είναι αν υπάρχουν τέτοια θέματα. Για κάποια απ αυτά η χρήση του πανεπιστημιακού ασύλου θα μπορούσε νάναι εξαιρετικά ωφέλιμη στην κοινωνία ως πιλοτική εφαρμογή και ως μοχλός προόδου. Κι επομένως το άσυλο, τονίζω, άσυλο από δίωξη πρέπει να υπάρχει. Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν για τους υπερασπιστές του ασύλου.

Επιχείρημα 3. Η διακίνηση ιδεών είναι ελεύθερη στην κοινωνία, άρα δεν χρειάζεται το πανεπιστημιακό άσυλο.

Ψέμμα.

Η διακίνηση των ιδεών στο πανεπιστήμιο γίνεται με τον διάλογο. Ο επιστημονικός διάλογος όμως είναι εντελώς διαφορετικός απ αυτόν που παρακολουθούμε στις τηλεοράσεις μας. Χαρακτηρίζεται απ την δέσμευση των συζητούντων να παρακολουθούν απολύτως τα όσα ο άλλος λέει, να τα καταλαβαίνουν, να ψάχνουν κάθε τους εκδοχή και λεπτομέρεια και να απαντούν. Χαρακτηρίζεται επίσης απ τον σεβασμό στην κριτική των όσων οι ίδιοι λένε, και βέβαια την κατ αρχήν πρόθεση αλλαγής της άποψής τους αν η κριτική είναι ευσταθής. Χαρακτηρίζεται απ την πρόταση κριτηρίων διάψευσης μιας άποψης απ τους ίδιους που την προτείνουν. Και υπάρχουν ισχυρότατες μετα-νόρμες για όσους δεν αποδέχονται αυτούς τους κανόνες διαλόγου που χονδρικά περιέγραψα.

Η τάση της εποχής γενικότερα αλλά κατ εξοχήν στον τόπο μας των παντός είδους λαϊκισμών, δεν αποτελεί κατάλληλο θεμέλιο αυτού του είδους της διακίνησης ιδεών. Και βέβαια κανείς απ όσους εμπλέκονται στις συνήθεις συζητήσεις υπέρ και κατά του ασύλου δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον γι αυτού του είδους τον διάλογο. Η υπερίσχυση της άποψης είναι το μόνο που έχει σημασία. Αν μπορούμε να αποφύγουμε την εύστοχη κριτική με φωνές, σοφίσματα, κενολογίες, παράδοξα και ψέμματα θα το κάνουμε. Παραδείγματα δεν χρειάζεται να σας φέρω. Όσο για ν αλλάξουμε άποψη, δεν το συζητάμε καθόλου. Αν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τις απόψεις μας, τόσο το χειρότερο γι αυτήν.

Η μεταφορά του κλίματος αγοράς, καφενείου ή τηλεοπτικών πάνελ στο πανεπιστήμιο, εμποδίζει την πραγματική διακίνηση ιδεών. Πως να μπορέσει κανείς να εκφράσει μια σύνθετη σκέψη μέσα στην οχλοβοή της αγοράς; Είναι πολύ ειρωνικό οτι η κίνηση ιδεών στο πανεπιστήμιο εμποδίζεται ακριβώς απ αυτούς που ισχυρίζονται οτι είναι ελεύθερη στην κοινωνία και απ τους ιδίου επιπέδου αντιπάλους τους. Το πανεπιστημιακό άσυλο πρέπει να υπάρχει ακριβώς για να εμποδιστεί αυτή η έμμεση αλλά πραγματική δίωξη του επιστημονικού διαλόγου. Πρέπει να υπάρχει ακριβώς για να προστατεύει το πανεπιστήμιο απ τους συνήθως παραληρούντες στα κανάλια και το ήθος τους.

Αυτή η αντίληψη του πανεπιστημιακού ασύλου που περιγράφω δεν υποστηρίζει την ανέγερση ενός τείχους ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και στην κοινωνία. Κάθε άλλο. Πρώτα πρώτα επειδή αυτό θα ήταν αδύνατο, αλλά και επειδή είναι αναγκαία η επικοινωνία απ την ανάποδη μεριά. Για να γίνει σαφές αυτό ας δούμε τα κυριότερα σημεία επαφής των δυο τύπων διαλόγου

Το πρώτο τέτοιο σημείο είναι ο χώρος της πολιτικής. Οι πολιτικές δυνάμεις έχουν πάντα πλήθος στελεχών, υπουργών, βουλευτών και συμβούλων προερχόμενων απ την επιστημονική κοινότητα. Οι σύμβουλοι αυτοί όμως τείνουν να κλασαυχενίζονται και επομένως εύκολα να κάνουν τα στραβά μάτια στις παραβιάσεις των κανόνων του σοβαρού διαλόγου. Έτσι ανοίγει η κερκόπορτα, κι αν ανοίξει αρκετά, τα στίφη των βαρβάρων εφορμούν με πρώτους τους ηγέτες του φοιτητικού κινήματος που μ αυτό το ρεσάλτο εξασφαλίζουν τις καριέρες τους.

Το δεύτερο τέτοιο σημείο βρίσκεται στην επαφή του πανεπιστημίου με την αγορά. Η διασύνδεση των επιστημονικών ερευνών με τον χώρο των επιχειρήσεων, τις εξαρτά απ το sponsoring και άλλων ειδών χρηματοδοτήσεις και έτσι επιβάλλει συχνά στους ερευνητές όρους επιστημονικά απαράδεκτους ή τουλάχιστον αμφισβητήσιμους. Όλοι ξέρουμε παραδείγματα όπου οι επιστήμονες κάνουν πως δεν βλεπουν για να επιτρέψουν στις διάφορες επιχειρήσεις να βγάλουν λεφτά χρησιμοποιώντας επιβλαβείς ή αντιοικονομικές τεχνολογίες και μεθόδους. Η ιδιωτική άσκηση της επιστήμης ως επάγγελμα επιτείνει το πρόβλημα.

Το τρίτο και πιο κρίσιμο σημείο είναι ο Δούρειος ίππος μέσα στο πανεπιστήμιο. Πολλοί ικανοί επιστήμονες, αξιοποιώντας τις γκρίζες περιοχές της επιστημονικής μεθοδολογίας προάγουν μηδενιστικές και ανορθολογικές αντιλήψεις που παραλύουν τις επιστημονικές αντιστάσεις στην χυδαιότητα. Και ανοίγουν δρόμο στην ψευδοεπιστήμη την οποία διάφοροι που παρουσιάζονται ως αντικαθεστωτικοί των επιστημών καλλιεργούν, με το αζημίωτο βέβαια. Γιατί όλοι αυτοί έχουν δεδομένες τις ζητωκραυγές διαφόρων δήθεν διανοουμένων και ταχύτατα γίνονται σταρ. Και ο επιστημονικός διάλογος μετατρέπεται σιγά σιγά σε προπαγάνδα ανύπαρκτης αξίας τεχνικών, όπως πχ διάφορες εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, σε σειρά παράλληλων μονόλογων όπως πχ μεταξύ κλάδων της ψυχολογίας, ή σε ασκήσεις ευφραδούς κενολογίας όπως πχ στις διάφορες, συνήθως γαλλικής προελεύσεως, εκφάνσεις των κοινωνιολογικών επιστημών.

Όπως είναι εύκολο να καταλάβει κανείς, το να υπάρξει πραγματικά πανεπιστημιακό άσυλο, όπως τουλάχιστον εγώ το εννοώ και θεωρώ απαραίτητο, ειδικά στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου απλό. Χρειάζεται να αντισταθούν οι σοβαροί επιστήμονες στις προκλήσεις των διαφόρων σειρήνων που ηδέως υμνούν το χρήμα των επιχειρήσεων και των ερευνητικών κονδυλίων και την δόξα της πολιτικής σταδιοδρομίας. Χρειάζεται αυτοί οι επιστήμονες να έχουν, εκτός απ την ακεραιότητα χαρακτήρα που απαιτείται, και την αίσθηση του μέτρου γιατί ασφαλώς χρειάζεται επικοινωνία των επιστημών με την πολιτική, την κοινωνία και τον κόσμο των επιχειρήσεων και δεν πρέπει εν όψει των κινδύνων που περιέγραψα να εφαρμοστούν προκρούστειες μέθοδοι. Χρειάζεται αίσθηση λεπτότητος και αμεροληψία για να μπορούν να διαχωρίσουν την ήρα απ το στάρι. Και βέβαια πρέπει αυτοί οι άνθρωποι, όπου υπάρχουν, να βγουν μπροστά και να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Απίθανο μάλλον, έτσι;

Ναι, αλλά όχι αδύνατο. Η στιγμή είναι εξαιρετικά κατάλληλη. Μετά την παταγώδη αποτυχία των διαφόρων πολιτικαντισμών, της καταβρόχθισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων και του εξευτελιστικού επιπέδου του διαλόγου στην κοινωνία, πολλοί πολίτες ζητούν κάτι διαφορετικό. Και μπορεί ν αρχίσει η αλλαγή απ την πολιτική ηγεσία με κατάλληλες επιλογές επιστημονικού προσωπικού. Κι αυτοί οι άνθρωποι, όπως τους περιέγραψα, έχουν με το μέρος τους το κριτήριο της αποτελεσματικότητας. Τα αποτελέσματα που μπορούν μόνον αυτοί να προσφέρουν θα δράσουν ως επιβράβευση αυτών που τους χρησιμοποιούν που θα ανατροφοδοτεί τις ορθές επιλογές. Και ο λόγος τους θα διαδίδεται. Και τότε μπορεί να συμβεί το trickle down των ιδεών και να αρχίσει η αντίστροφη πορεία, δηλαδή η μεταφορά του σοβαρού διαλόγου απ τους πανεπιστημιακούς προς την κοινωνία. Και τότε όντως το πανεπιστημιακό άσυλο θα είναι άχρηστο.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Περί αξιοκρατίας.

"..δημοκρατία κέκληται .. κατά δε την αξίωσιν, ως έκαστος εν τω ευδοκιμεί, ουκ από μέρους το πλέον ες τα κοινά ή απ αρετής προτιμάται, ουδ' αυ κατά πενίαν, έχων γέ τι αγαθόν δράσαι την πόλιν, αξιώματος αφανεία κεκώλυται" (Θουκυδίδου Ιστορία Βιβλίο Β Κεφάλαιο 37)

Η οκταετία 1996-2004 σφραγίστηκε πολιτικά απ την προσπάθεια των κυβερνήσεων Σημίτη για εκσυγχρονισμό. Φυσικό ήταν ο πολιτικός του αντίπαλος, ο Καραμανλής, να στραφεί προς τις παραδόσεις, μεταξύ άλλων και προς την λαϊκή παράδοση του μπάρμπα στην Κορώνη που την καλλιέργησε αντιπολιτευόμενος και εφάρμοσε ως κυβερνήτης. Και τα κατάφερε θαυμάσια. Η εκπληκτικής έμπνευσης επιλογή των υπουργών του, η κατάργηση του πανεπιστημιακού πτυχίου ως προϋπόθεση για την κατάληψη διευθυντικών θέσεων στο δημόσιο και οι αντίστοιχες επιλογές που έγιναν, η πληθώρα των εκτός ΑΣΕΠ προσλήψεων, η συμπλήρωση των διαδικασιών του ΑΣΕΠ με την συνέντευξη και τα stage είναι μερικοί μόνον απ τους μηχανισμούς που χρησιμοποιήθηκαν την τελευταία πενταετία για να καταπολεμήσουν την απολύτως αταίριαστη με τις παραδόσεις μας εκσυγχρονιστική λαίλαπα. Η λειτουργία του κράτους όχι μόνον επέστρεψε στα προ του Σημιτικού εκσυγχρονισμού πρότυπα, αλλά κινήθηκε ακόμη ριζοσπαστικότερα προς την επιστροφή σε εποχές Μαυρογιαλούρου. Η μοναδική παραχώρηση που έκαναν οι νικητές στα κουρέλια του εκσυγχρονισμού ήταν να δεχθούν τον δυτικότροπο όρο “κοννέ” αντί του τουρκογενούς ρουσφετιού.

Μ αυτές τις προϋποθέσεις η αντίδραση ήταν αναμενόμενη. Πολύ συχνά στις προεκλογικές εξαγγελίες του ο Παπανδρέου αναφέρθηκε στο θέμα της αξιοκρατίας, και πρέπει να ομολογήσουμε ότι στις πρώτες αυτές μέρες της νέας κυβέρνησης όχι μόνο προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε, αλλά υπερέβη και πάσαν προσδοκίαν. Η δημόσια προκήρυξη των θέσεων των γενικών και ειδικών γραμματέων και η επιλογή τους από βιογραφικά κατατιθέμενα στο Internet καθώς και η επιμονή στις διαδικασίες του ΑΣΕΠ για κάθε θέση στο δημόσιο δείχνουν ότι ο Παπανδρέου είναι απολύτως ειλικρινής σ αυτή την προεκλογική του δέσμευση. Και συνολικά η ελληνική κοινωνία διάκειται πολύ ευνοϊκά προς αυτές. Ακόμα κι αν τα υπουργεία υπολειτουργούν αφού δεν υπάρχουν γραμματείς για ένα μήνα, ακόμα κι αν η επιλογή γενικού γραμματέα του κ. Καστανίδη κατακρίνεται ως μή απολύτως αξιοκρατική, οι πολίτες βλέπουν διαφορά και οι λιγότερο απαισιόδοξοι ελπίζουν και χειροκροτούν. Κι ως εξαιρετικά αισιόδοξος άνθρωπος, χειροκροτώ μαζί τους.

Καλό είναι όμως έστω κι αφού χειροκροτήσουμε αρκετά να σκεφτούμε και λιγάκι. Όταν μάλιστα οι πρωθυπουργικές και υπουργικές παραινέσεις επαυξάνονται σε βαθμό απολυτοποίησης απ την εκπληκτική δήλωση του νέου γραμματέα του ΠΑΣΟΚ κ. Ξυνίδη οτι “δεν υπάρχει ολίγον αξιοκρατία, υπάρχει μόνον αξιοκρατία”, το να θέσουμε σ ενέργεια τις φρένες, δηλαδή τα φρένα, επιβάλλεται. Το να παίρνουμε μια υπο συγκεκριμένες συνθήκες επιθυμητή πρακτική, να την ανάγουμε σε καθολικό κανόνα και να την εφαρμόζουμε παντού, απαιτεί τουλάχιστον μελέτη του τρόπου γενίκευσης αλλιώς αποτελεί στην θεωρία σόφισμα και στην πράξη πολιτικαντισμό.

Κατά την κακή μου συνήθεια θα πάρω τα πράγματα απ την αρχή. Ο όρος αξιοκρατία φαίνεται οτι επινοήθηκε απ τον Michael Young που τον χρησιμοποίησε στο βιβλίο του The Rise of Meritocracy. Όχι, ο όρος πιθανότατα δεν ξεκινά ιστορικά απ την αρχαία Ελλάδα. Αλλά υπάρχει κι άλλη έκπληξη, χειρότερη. Στο βιβλίο του ο Young περιγράφει μια κατάσταση εντελώς αποκρουστική, με κατηγοριοποιήσεις και κατατάξεις ανθρώπων από πολύ νεαρές ηλικίες, με απολυτοποιήσεις των ποσοτικών μετρήσεων και διάφορα άλλα συναφή. Το μόνο που λείπει είναι η όχι εξαιρετικά δημοκρατική σβάστικα. Και γι αυτούς που επιμένουν να σκέπτονται ελληνικά, ο πλησιέστερος αρχαίος όρος είναι αριστοκρατία. Και η αριστοκρατία ήταν αντίπαλο προς την δημοκρατία πολίτευμα.

Σήμερα βέβαια κανείς δεν προτείνει την αξιοκρατία ως πολίτευμα. Επίσης κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τις ωφέλειες της αξιοκρατίας, νοούμενης ως συστήματος κινήτρων που επιβραβεύει τις επιθυμητές συμπεριφορές, ή ως πρακτικής σύμφωνα με την οποία τα υψηλά αξιώματα, κυρίως τα δημόσια, καταλαμβάνονται από άξιους ανθρώπους. Μ αυτή την έννοια η αξιοκρατία δεν φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με τα δημοκρατικά ιδεώδη, ίσα ίσα αποτελεί και συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας. Εδώ και 2500 χρόνια ο Θουκυδίδης ορίζοντας την δημοκρατία μας λέει σε ελεύθερη μετάφραση, και να με συγχωρούν οι φιλόλογοι, οτι “την λέμε δημοκρατία διότι .. σύμφωνα με την αξία του πετυχαίνοντας κάπου ο καθένας προτιμάται στα δημόσια αξιώματα, κι όχι επειδή ανήκει σε κάποια τάξη αλλά απ την αρετή, και επίσης δεν εμποδίζεται στο να καταλάβει αξίωμα κάποιος φτωχός εξ αιτίας της αφάνειάς του αν έχει κάτι καλό να προσφέρει στην πόλη” . Ακόμη όμως κι αν έτσι γίνει νοητή η αξιοκρατία κάποια προβλήματα παραμένουν. Ας παρατηρήσουμε μερικά απ αυτά μ ένα οικείο σε οποιονδήποτε παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε οτι θέλουμε να εφαρμόσουμε την αξιοκρατία ως επιβράβευση στους δάσκαλους ενός δημοτικού σχολείου. Είναι αμέσως κατανοητό οτι τίθεται το πρόβλημα της μέτρησης της αξίας. Ποιός είναι ο καλός δάσκαλος; Αυτός που καταφέρνει να έχει την καλύτερη επίδοση απ τους μαθητές του; Κι από ποιούς μαθητές; Αν δηλαδή ως μέτρο πάρουμε τον μέσο όρο βαθμολογιών η διασπορά πως μετράει; Και ποιά είναι η σχετική αξία της επίδοσης στην αριθμητική και στην γλώσσα ή την ιστορία; Ή μήπως θα είναι καλός δάσκαλος αυτός που παράγει το καλύτερο ήθος; Ή ο αυστηρότερος που παράγει ατμόσφαιρα ευταξίας; Και πώς θα συγκρίνουμε ένα δάσκαλο που διδάσκει μια τάξη 10 παιδιών με κάποιον άλλον που διδάσκει μια τάξη 30; Και πώς θα καταφέρουμε να μετρήσουμε ικανοποιητικά την αξία ενός δασκάλου του οποίου τα κοινωνικά χαρακτηριστικά δεν ανταποκρίνονται στα αντίστοιχα της τάξης που διδάσκει;

Τουλάχιστον κάποια απ αυτά τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε συγκαθορίζουν την αξία. Κι επομένως πρέπει να συνυπολογιστούν. Κάποια απ αυτά όμως είναι αδύνατον να υπολογιστούν. Και αρκετά δεν είναι καθόλου προφανή και καθορίζονται απ τις κοινωνικές αξίες. Ακόμη χειρότερα, μερικά απ αυτά τα χαρακτηριστικά καθορίζονται με διαφορετικό τρόπο από διάφορες κουλτούρες που συνυπάρχουν στην κοινωνία. Είναι σαφές ότι για μια φονταμενταλιστική κουλτούρα η βαθμολογία στα θρησκευτικά έχει πολύ μεγαλύτερη αξία απ τα μαθηματικά. Και βέβαια εκτός αυτού, τα χαρακτηριστικά αυτά είναι μη σύμμετρα, δηλαδή δεν έχουν κάποιο κοινό μέτρο. Θα μπορούσαμε βέβαια να ορίσουμε συντελεστές βαρύτητας για το καθένα, αλλά αυτό κάνει ακόμα πιο προφανή την εξάρτηση της αξίας απ τις κοινωνικές παραδοχές.

Τα προβλήματα βεβαίως δεν τελειώνουν εδώ. Ακόμα κι αν υποθέταμε ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε την συνάρτηση της αξίας μ ένα τρόπο γενικά αποδεκτό, αυτές οι μετρήσεις θα ανταποκρινόντουσαν στις αξίες της παρελθούσας κοινωνίας, ενώ η οποιαδήποτε επιβράβευση προκαλεί την συνέχεια και ένταση της επιβραβευόμενης συμπεριφοράς στην μελλοντική, την αυριανή. Το να βάλει κανείς μια βόμβα κάπου τον καιρό της δικτατορίας, επιβραβευόμενο απ την δημοκρατία τον οδηγεί ενδεχομένως να βάζει κι άλλες βόμβες σε δημοκρατικές εποχές.

Ένας απ τους συνηθέστερους τρόπους επιβράβευσης είναι η προαγωγή. Αν υποθέσουμε ότι καταφέραμε να βρούμε τον ικανότερο δάσκαλο, θάπρεπε ίσως να τον κάνουμε διευθυντή; Αν ναι, τι μας εγγυάται μια ικανοποιητική απόδοσή του σ αυτή τη θέση που είναι πολύ διαφορετική απ την προηγούμενη; Κι αν γίνει καλός διευθυντής, θα πρέπει να προαχθεί σε επιθεωρητή, που είναι άλλη δουλειά πάλι; Δεν κινδυνεύουμε να επαληθεύσουμε την αρχή του Peter σύμφωνα με την οποία σ ένα ιεραρχικό σύστημα καθένας προάγεται μέχρι να φτάσει στο επίπεδο της αναξιότητάς του; Πόρισμα αυτής της αρχής είναι φυσικά οτι τα συστήματα τείνουν να έχουν όλο και αναξιότερους ανθρώπους στις υψηλότερες βαθμίδες της ιεραρχίας, κι αυτό βέβαια στο όνομα της αξιοκρατίας.

Απ την απολύτως αντίστροφη οπτική, η επιβράβευση ως σύστημα κινήτρων για την παραγωγή επιθυμητών συμπεριφορών είναι απλώς εργαλειακή (instrumental) και δεν χρειάζεται να σχετιστεί με οποιοδήποτε αξιακό σύστημα. Κατά το παράδειγμα που φέρνει ο νομπελίστας Amartya Sen κάνοντας κριτική της αξιοκρατίας, είναι δυνατόν να πληρώσουμε ένα εκβιαστή ώστε να πετύχουμε μια επιθυμητή συμπεριφορά απ αυτόν, κι αυτό μπορεί να επιβραβεύει τον εκβιασμό κοινωνικά αυξάνοντας τους εκβιαστές, όμως καθόλου δεν μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε τον εκβιασμό σαν αξία. Και μη ξεχνάμε οτι ο Sen είναι απ τους διανοούμενους της προτίμησης του Γ. Παπανδρέου - και φίλος του Ανδρέα.

Όταν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση χρησιμοποιεί το επιχείρημα της αξιοκρατίας, όπως επίσης παρατηρεί ο Sen, δεν πρέπει να ξεχνά οτι η ίδια η επιβράβευση είναι μια διαφοροποίηση. Αν δηλαδή βρισκόμασταν από θαύμα σε μια κοινωνία οικονομικής ισότητας, η οποιαδήποτε οικονομική επιβράβευση θα κατέστρεφε την επιζητουμένη ισότητα. Και βέβαια, οποιαδήποτε μή οικονομική επιβράβευση θα μπορούσε να ανταλλαγεί με χρήματα, ή θα δημιουργούσε σύστημα νέων διαφοροποιήσεων . Κι αυτά δεν είναι στείρες υποθέσεις αφορώσες μια ανύπαρκτη κοινωνία, τάδαμε όλα αυτά με τα προνόμια της νομενκλατούρας στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Μια ακόμη πτυχή του προβλήματος που συσχετίζεται με την αξιοκρατία είναι τα λεγόμενα συστήματα προτίμησης, που όλα τα κράτη έχουν χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποιούν. Η θέσπιση για παράδειγμα υποχρεωτικού ποσοστού για την εισαγωγή ατόμων με αναπηρίες στα πανεπιστήμια δεν καταστρατηγεί την αξιοκρατία; Και αν ναι, μήπως γι αυτό τον λόγο θάπρεπε να καταργηθούν τέτοια μέτρα; Ο Παπανδρέου προεκλογικά είχε υποσχεθεί μεγάλο αριθμό γυναικών στην κυβέρνησή του, και τόκανε. Πώς συμβιβάζεται αυτό με μια κατηγορική προστακτική της αξιοκρατίας; Αντιστρόφως, πώς θα μπορούσαμε στα πλαίσια μιας αξιοκρατικής κοινωνίας να αποφύγουμε φαινόμενα τύπου Καιάδα αν μάλιστα έχουν αποτέλεσμα; Και στη Σπάρτη είχαν. Και εφαρμόζονται σήμερα στην Ινδία με φρικτά ποσοστά εκτρώσεων αν το αναμενόμενο παιδί είναι κορίτσι.

Αλλά ας πούμε οτι προς στιγμήν καταφέρναμε να παραγάγουμε μια απολύτως αξιοκρατική κοινωνία. Θάχαμε τότε κατασκευάσει μια θαυμάσια πυραμίδα σε κάθε επίπεδο της οποίας βρίσκονται άνθρωποι των οποίων η αξία είναι ανάλογη της απόστασης του επιπέδου απ την βάση, και επομένως κοντά στην κορυφή θάχαμε τους αξιότερους. Αυτό όμως θα σήμαινε ταυτόχρονα και ότι όσοι δεν βρίσκονται ψηλά είναι ανάξιοι. Πόσο καλό κίνητρο θά αποτελούσε μια τέτοια ιεράρχηση για την συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αφού βέβαια η βάση της πυραμίδας χωράει πολύ περισσότερους απ τα υψηλότερα επίπεδά της;

Μιά ακόμη αντίρρηση στην ιδέα της υπερτίμησης της αξιοκρατίας προκύπτει από το πρόσφατο παράδειγμα του κ. Καστανίδη, που κατηγορήθηκε οτι επέλεξε κάποιον γνωστό του για την θέση του Γ. Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αν το ζητούμενο είναι η απόλυτη αξιοκρατία, τότε όλη αυτή η ιστορία με τα χιλιάδες άτομα που κατέθεταν βιογραφικά μέσω Internet ήταν παραμύθα για να επιλεγεί τελικώς το φιλαράκι του Υπουργού, όπως σαρκαστικά έσπευσαν να πουν οι αντίπαλοί του. Σωστά;

Λάθος. Το υπό τον κ. Καστανίδη σύστημα κατέληξε, όπως έγινε γνωστό, σε 10 βιογραφικά από 800 που κατετέθησαν, αν θυμάμαι καλά. Και οι φάκελοι των 10 παρεδόθησαν στον Υπουργό για την τελική απόφαση, αφού η επιλογή μεταξύ τους δεν ήταν πιά δυνατή απ την επιτροπή. Και φυσικά ο Υπουργός απ αυτούς τους 10 επέλεξε αυτόν που ήξερε, αυτόν που ήξερε οτι μαζί του μπορούσε να συνεργαστεί. Κι αυτό έλειπε νάκανε αλλιώς και να επέλεγε κάποιον άλλον επειδή ίσως είχε μια δημοσίευση περισσότερη, όπως ενδεχομένως θα του πρότεινε ο κ, Ξυνίδης. Για να το πούμε και με την μορφή επιβράβευσης, ο Καστανίδης πολύ λογικά δεν επέμεινε στην απόλυτη αξιοκρατία, αλλά στην άρνηση της αναξιοκρατίας. Και η αναξιοκρατία επλήγη με την απόρριψη των 790 απ τους 800. Ο Popper πρό αιώνος περίπου πρότεινε οτι δεν πρέπει να μιλάμε για ορθές επιστημονικές θεωρίες μια που δεν ξέρουμε τι είναι τελικως αληθές, αλλά για μή διαψευσμένες. Κάτι αντίστοιχο δεν ισχύει κι εδώ; Δεν μπορούμε ίσως να βρούμε τον αξιότατο, μπορούμε όμως να απορρίπτουμε ανάξιους.

Να προχωρήσω κι ένα βηματάκι πιο πέρα. Η αξιοκρατία προφανώς σχετίζεται με την διαφάνεια και τους θεσμούς. Αλλά αν για παράδειγμα ο κ. Παπανδρέου εύρισκε σ ένα καφενείο ένα πολίτη με εξαιρετικό μυαλό και ιδέες, θα επέτρεπε στον εαυτό του να μη τον πάρει για συνεργάτη του επειδή ενδεχομένως δεν είχε καταθέσει τα χαρτιά του στον ΑΣΕΠ; Κι αν τόκανε, αυτό θα βοηθούσε την πρόοδο της χώρας πράγμα που υποτίθεται οτι η αξιοκρατία ως σύστημα κινήτρων δια της επιβράβευσης έχει ως στόχο; Αν όπως στην αρχή δεχτήκαμε η κατασκευή της τέλειας συνάρτησης αξίας δεν είναι δυνατή, δεν πρέπει νάχουμε απλές εναλλακτικές λύσεις που να συμπληρώνουν τα κενά;

Κατόπιν αυτών των παρατηρήσεων θα επιμείνω. Σημασία έχει να αρνηθούμε την αναξιοκρατία και να επιλέγουμε ανθρώπους ικανούς να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντα που η θέση για την οποία τους επιλέγουμε επιβάλλει. Και να το κάνουμε κατά το δυνατόν με διαφανή και θεσμικό τρόπο, χωρίς όμως η θέληση για διαφάνεια ή μια τυφλή προσκόλληση σε θεσμούς να μετατρέπονται σε νεκρική ακαμψία και σε πρόβλημα παραγωγικότητας. Το να φτάνουμε, αρνούμενοι την αναξιοκρατία να κάνουμε σημαία μια απόλυτη αξιοκρατία είναι λάθος, ενδεχομένως πολύ βαρύ αν ξαναθυμηθούμε τον Young. Βέβαια το “αρνηση της αναξιοκρατίας” ως σύνθημα είναι πολύ λιγότερο πιασάρικο απ το μονολεκτικό “αξιοκρατία”, άσε που περιέχει και διπλή άρνηση που μπλέκει τον κόσμο, αλλά τι να κάνουμε; Νομίζω εξάλλου οτι η κυβέρνηση αυτή θέλει να προτιμά την λογική απ την προπαγάνδα. Αλλά κι αν θέλει ένα μονολεκτικό σύνθημα, θα πρότεινα το “καταλληλότητα” που και πολύ λογικότερο είναι και δεν έχει φθαρεί απ την χρήση.

Δεν θεωρώ βέβαια οτι οι παραπάνω παρατηρήσεις εξαντλούν το θέμα της αξιοκρατίας. Απλώς το ανοίγουν, γιατί νομίζω οτι πρέπει να ανοίξει τώρα. Επιφυλάσσομαι για μια πιο αναλυτική συζήτηση σε επόμενα post.