Τρίτη 23 Μαρτίου 2010
Quo Vadis ?
Εδώ και αρκετές εβδομάδες οι τηλεοράσεις μας μάς βομβαρδίζουν καθημερινά με ειδήσεις σχετικές την εξ Εσπερίας αναμενόμενη μεν, μη αιτηθείσα εισέτι δε οικονομική βοήθεια. Και φυσικά όλοι κρεμόμαστε απ τα χείλη των ειδησεογράφων για να μάθουμε τι είπε η κ.Merkel και ο κ.Rehn.
Είναι μια απ τις λίγες περιόδους που τα ελληνικά κανάλια ιεραρχούν όλα με τον ίδιο τρόπο τις ειδήσεις. Ακόμη περισσότερο, τις παρουσιάζουν με περίπου τον ίδιο τρόπο που κάνουν και τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων πράγμα σχετικά ασυνήθιστο για μας, τους καταναλωτές των δημοσιογραφικών προϊόντων του Ελληνικού Τύπου. Κι αυτό είναι βέβαια μια πρόοδος.
Πρόοδος όμως δεν υπάρχει στο ψυχολογικό αποτέλεσμα που παράγουν οι ειδήσεις στο κοινό. Οι συνήθεις αδυναμίες των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να προτείνουν μια εσωτερικά συνεπή αντίληψη για τις καθημερινές εξελίξεις, εντεινόμενες απ τις συγκρούσεις που παράγουν τα σκληρότατα μέτρα, αφήνουν τους Έλληνες σ ένα καθημερινό κενό κατανόησης. Και όπου δεν υπάρχει κατανόηση, έστω και λανθασμένη, υπάρχει μια συναισθηματικό τύρβη που βλέπουμε και νοιώθουμε κάθε μέρα γύρω μας, και ίσως και μέσα μας.
Θυμάμαι την θαυμάσια ταινία All that jazz, αυτοπροσωπογραφία του σκηνοθέτη Bob Foss. Εκεί ένας showman τον οποίο σκηνοθετεί ο ήρωας της ταινίας, σ ένα εκπληκτικό λογίδριο που είναι ένα απ τα light motif της ταινίας, επαναλαμβάνει κάθε τόσο τα 5 στάδια συναισθημάτων του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο. Anger, denial, bargaining, depression and acceptance. Θυμός, άρνηση, παζάρι, κατάθλιψη και τέλος, αποδοχή. Βεβαίως αυτά τα στάδια αφορούν αρχικά τα αισθήματα κάποιου για τον προσωπικό του θάνατο, αλλά νομίζω πως τα αισθήματα των Ελλήνων μπροστά στα χάλια της οικονομίας μας είναι ακριβώς αντίστοιχα.
Αρχικά, μόλις τα αντιληφθήκαμε θυμώσαμε. Θυμώσαμε με την προηγούμενη κυβέρνηση, με τους κακούς Ευρωπαίους που ήθελαν να μας επιβάλουν τους όρους τους κλπ. Κατόπιν προσπαθήσαμε να τα αρνηθούμε. Ε δεν είμαστε και τόσο χάλια βρε παιδιά, να, κι οι Άγγλοι έχουν τα χάλια τους, και οι Ισπανοί, και οι Ιταλοί, και οι Πορτογάλοι. Μετά δοκιμάσαμε το παζάρι. ΟΚ, κάτι να πληρώσουμε, λογικό είναι, ας μη πάρουμε αυξήσεις φέτος. Εξάλλου κι εσείς είστε υπεύθυνοι για τα χάλια μας, έπρεπε να μας προειδοποιήσετε. Και ενδεχομένως κερδίζετε απ αυτά τα χάλια. Βοηθήστε να βολευτούμε. Μη το παρακάνουμε. Το επόμενο στάδιο ήταν η βαθύτατη μελαγχολία, ένα αίσθημα γενικής μαυρίλας. Κάποιοι δεν μιλούσαν καθόλου. Αδιαφορία, ενασχόληση ίσως με την Τζούλια. Και στο τέλος το αποδεχθήκαμε.
Το πιο ενδιαφέρον σ αυτή την αντιστοιχία είναι ότι η ταχύτητα με την οποία διανύονται τα στάδια αυτά είναι ανάλογη της ψυχικής υγείας του υποκειμένου. Μετρήστε το στο περιβάλλον σας, έχει ενδιαφέρον. Φυσικά πάρτε υπόψη σας ότι αυτά τα στάδια δεν διανύθηκαν μόνον και κυρίως εφάπαξ, αλλά σε πολλές δόσεις σχετιζόμενες με τις εξελίξεις. Άλλη ήταν η αίσθηση τον Οκτώβριο του 2009 όταν το θέμα που ετίθετο ήταν αν θα παγώσουν οι μισθοί κάτω των 2000€, άλλη σήμερα με το ενδεχόμενο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να εμφανίζεται στην πόρτα μας. Αλλά συνολικά υπάρχουν μέσοι όροι ακόμη και στα συναισθήματα, και οι διαφορές στο περιβάλλον μας είναι εμφανείς.
Κάποιο συναίσθημα όμως λείπει απ τα στάδια αυτά. Ίσως το σημαντικότερο, μια που υπάρχει σαν φόντο σ όλα τα στάδια. Κι αυτό είναι ο φόβος. Εμφανέστατος σε κάθε συζήτηση, στις τηλεοράσεις ή στα καφενεία. Εμφανής επίσης και στην καθημερινή μας συμπεριφορά, απ την αλλαγή στις καταναλωτικές μας συνήθειες με τεράστιο αντίκτυπο στην οικονομία έως τον τρόπο που διασκεδάζουμε. Κι αυτός ασφαλώς πρέπει να καταπολεμηθεί.
Ο καλύτερος τρόπος καταπολέμησης του φόβου είναι η κατανόηση της κατάστασης που μας φοβίζει. Και αντικειμενικά, αφού έτσι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το αντικείμενο του φόβου μας, αλλά και ψυχολογικά αφού η κατανόηση φωτίζει τον κόσμο μας μειώνοντας τις σκιές μέσα στις οποίες κρύβονται οι κακές μάγισσες. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να καταλάβουμε.
Το τελευταίο διάστημα βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά αλληλοαντικρουομένων δηλώσεων των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με την Ελλάδα. Κάποιοι, όπως ο Sarkozy υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα πρέπει να βοηθηθεί, κάποιοι άλλοι όπως η Merkel φαίνονται εξαιρετικά σκληροί απέναντί μας. Απ τον φούρνο στην κατάψυξη. Πώς δικαιολογούνται αυτές οι διαφορές;
Εκ πρώτης όψεως, της όψεως που συνήθως μας παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης, μπορούμε να δούμε δυο τάσεις στην Ευρώπη. Η μια είναι η τάση των οπαδών της αύξησης της ζήτησης, την οποία προτείνουν οι μεσογειακές χώρες. Το σκεπτικό τους είναι ότι σε καιρούς ύφεσης το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να τονώσουμε την αγορά ρίχνοντας χρήμα. Αυτό θα φέρει ανάπτυξη και η ανάπτυξη αυτή θα αποπληρώσει τα δανεικά που θα χρησιμοποιηθούν για την τόνωση αυτή με τον απλούστερο τρόπο αφού δεν θα μειωθεί το βιοτικό επίπεδο του κόσμου.
Η δεύτερη είναι η τάση των οπαδών της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με τυπικό εκπρόσωπο την Γερμανία. Η άκριτη αύξηση των δημόσιων δαπανών αποσταθεροποιεί τις οικονομίες κι επομένως προκαλεί προβλήματα που μπαλώνονται σήμερα μόνον για να εμφανισθούν ξανά αύριο, σε χειρότερη κλίμακα. Το να ενισχύεις τις καταναλωτικές τάσεις με δημόσιο δανεισμό παράγει πληθωρισμό, χρέη κι ελλείμματα. Αυτά παράγουν το φαινόμενο του crowding out, δηλαδή της δυσκολίας των επιχειρήσεων να δανειστούν κι επομένως την μείωση της παραγωγής, που βραχυπρόθεσμα μεγαλώνει ακόμα περισσότερο τα προβλήματα των ελλειμμάτων και μεσοπρόθεσμα καταστρέφει την παραγωγική βάση.
Οι δυο τάσεις αυτές σχετίζονται φυσικά με τις οικονομικές ανάγκες των κρατών, αλλά και με την νοοτροπία των λαών και την κυρίαρχη πολιτική αντίληψη. Οι σοσιαλδημοκράτες (Zapatero και Brown)όπως και η λαϊκή δεξιά (Sarkozy και Berlusconi) είναι φυσικά οπαδοί της πρώτης τάσης. Αντιθέτως οι συντηρητικοί (Merkel) και οι φιλελεύθεροι (Westerwelle) είναι οπαδοί της δεύτερης.
Όπως είναι προφανές το δικό μας ενδιαφέρον δεν εστιάζεται τόσο στο τι θέλει το κάθε κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα, αλλά στην αντιμετώπιση του Ελληνικού προβλήματος. Η Ελλάδα και τα προβλήματά της όμως είναι το πεδίο σύγκρουσης αυτών των αντιλήψεων κι αυτό μας αφορά. Και φυσικά οι Γάλλοι, οι Ισπανοί και οι Ιταλοί γίνονται φίλοι μας, ενώ οι Γερμανοί εχθροί μας.
Σε μια δεύτερη όμως ψυχραιμότερη ανάγνωση τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Όλα τα ευρωπαϊκά κράτη συμφωνούν σε μια τήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας αλλά επίσης συμφωνούν και σ ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο. Επομένως το πραγματικό πρόβλημα που έχουμε δεν είναι πρόβλημα αρχών αλλά πρόβλημα μέτρου. Πόση πειθαρχία, πόσο υψηλό βιοτικό επίπεδο. Ακόμη περισσότερο, πόσο χρειάζεται και πόσο θα ήταν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν και οι μεν και οι δε για να διατηρηθούν οι ισορροπίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τυπικό παράδειγμα εδώ είναι η Γερμανία. Θα ήθελε η Γερμανία να δει την Ελλάδα να παίρνει σκληρότερα μέτρα; Θα ήθελε να δει μια μείωση του βιοτικού επιπέδου κατά 30% για παράδειγμα στην Ελλάδα; Θα ήθελε να μας δει να προσφεύγουμε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή να φεύγουμε απ την ζώνη του ευρώ;
Εδώ τα πράγματα γίνονται απλούστερα. Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι προφανώς όχι. Και η Merkel αλλά και ο επί των Οικονομικών υπουργός της Schäuble, ακόμη κι ο φιλελεύθερος Westerwelle έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι η Ελλάδα πήρε αυστηρά μέτρα, ότι το ελληνικό πρόγραμμα σταθεροποίησης είναι όχι απλώς επαρκές αλλά πολύ φιλόδοξο (θα θυμάστε αυτό τον όρο) και ότι το μόνο πρόβλημα είναι η εφαρμογή τους. Και βέβαια ξέρουν πολύ καλά ότι σκληρότερα μέτρα είναι δυσκολότερα εφαρμόσιμα.
Επομένως εδώ διαφωνία δεν υπάρχει. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιός είναι ο λόγος για τον οποίο εμφανίζεται αυτή η διάσταση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών σε σχέση με την Ελλάδα; Και γιατί αυτή η διάσταση φαίνεται να μεγαλώνει τις αποστάσεις μεταξύ Ευρωπαίων σε βαθμό ρήξης;
Η δική μου απάντηση ξεκινά απ τις συμφωνίες τις οποίες θεωρεί δεδομένες. Όλοι οι Ευρωπαίοι, προ κρίσης, είχαν συμφωνήσει στο τρίπτυχο του άρθρου 121 της συνθήκης του Maastricht. Καμμία ευρωπαϊκή χώρα σήμερα δεν καλύπτει τις γραμμές που τότε χαράχτηκαν. Ακόμη κι η αυστηρότατη Γερμανία έχει δημόσιο χρέος πάνω απ το 60% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της, φθάνοντας σύμφωνα με τους πίνακες της CIA (που συνήθως είναι αξιόπιστη σε κάτι τέτοια) το 2009 στο 77%. Όλοι πάντως συμφωνούν τουλάχιστον στον ευκταίο στόχο της μείωσης των ελλειμμάτων στο 3% και της γενικότερης μείωσης των χρεών. Και η Ελλάδα αυτό τον στόχο τον αποδέχθηκε και κινείται προς την κατεύθυνση αυτή.
Θα είχε κάποιο όφελος η Γερμανία αν αποφάσιζε να μη βοηθήσει την Ελλάδα, και μάλιστα με τον απλούστατο τρόπο της στήριξης του επιτοκίου δανεισμού της; Προφανώς όχι. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε τεράστιους κλυδωνισμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον θα προξενούσε μεσοπρόθεσμη πτώση του ευρώ που η Γερμανία δεν έχει κανένα λόγο να θέλει, αυτή είναι η πολιτική της εδώ και πολλά χρόνια. Ή μήπως η Γερμανία απεφάσισε να διαλύσει την ευρωζώνη και να επιστρέψει σ ένα πανίσχυρο μάρκο; Μα το κόστος της θα είναι τεράστιο, αφού η κύρια αγορά της, η Ευρώπη, θα θεωρεί τις τιμές της απαγορευτικά υψηλές.
Με δεδομένες λοιπόν τις αρνητικές απαντήσεις σ όλα αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να διερωτηθούμε για κάτι άλλο. Μήπως υπάρχει κάποιος τόπος συναλήθευσης όλων αυτών των φαινομενικά αντικρουόμενων τάσεων; Μήπως απλώς διαβάζουμε στρεβλά τα δεδομένα μας;
Η δική μου απάντηση είναι σαφώς ναι. Και για να δούμε αυτό τον τόπο συναλήθευσης ας θυμηθούμε την γενικότατη ευρωπαϊκή συμφωνία που προέκυψε απ το σχέδιο Παπανδρέου. Το πρόβλημα, όπως΄είπε ο Παπανδρέου είναι η κερδοσκοπία στο ευρώ και την ζώνη του με αιχμή την Ελλάδα. Κι αν ακόμα λυθεί το ελληνικό πρόβλημα, το γενικότερο πρόβλημα δεν θα έχει λυθεί αφού οι κερδοσκόποι θα έχουν ενθαρρυνθεί τρώγοντας το ελληνικό καρότο να συνεχίσουν την τακτική των επιθέσεων στην Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία και όπου ήθελε προκύψει. Και επομένως χρειάζεται ένα γενικότερο σχέδιο αντιμετώπισης των κερδοσκόπων, που βέβαια θα περιλαμβάνει και την λύση του προβλήματος της Ελλάδας. Κι αυτή ήταν η επιχειρηματολογία του Παπανδρέου στον μαραθώνιό του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Τώρα αρκεί να θυμηθούμε τις δηλώσεις των υπευθύνων των ευρωπαϊκών οργάνων εδώ και κανένα μήνα, αφού έγινε η «επίθεση» Παπανδρέου. Κι ο Rehn, κι ο Junker, κι ο Trichet, κι ο Baroso, κι ο Sarkozy το έχουν πει πεντακάθαρα. Οι κερδοσκόποι πρέπει να αποθαρρυνθούν γενικά και δραστικά. Κατά την έκφραση του Παπανδρέου, πρέπει να τοποθετηθεί ένα πιστόλι στο τραπέζι. Και φυσικά δεν είναι δυνατόν να ανακοινωθούν οι τρόποι αυτής της αποθάρρυνσης γιατί σ αυτή την περίπτωση θα πάρουν τα μέτρα τους. Τα μέτρα θα είναι ad hoc, έτσι έχει λεχθεί απ όλους, ώστε οι κερδοσκόποι να μη μπορέσουν να προετοιμαστούν.
Τι σημαίνει αυτό; Μα απλούστατα. Αυτό που πρέπει να τονίζεται δεν είναι η όποια γενική συμφωνία, αλλά οι επιμέρους διαφωνίες. Συνεχώς.
Αυτή τώρα είναι μια στάση με τεράστια πλεονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι έτσι επιτρέπεται μια γενικότερη πιο μακροπρόθεσμη συζήτηση για την ανάπτυξη εκείνων των ευρωπαϊκών οργάνων και εργαλείων που θα λύνουν τέτοια προβλήματα σε μόνιμη βάση. Το δεύτερο είναι ότι μ αυτό τον τρόπο κάθε ευρωπαϊκή ηγεσία μπορεί να παίζει το δικό της εσωτερικό παιχνίδι πάνω στις επιθυμίες των ψηφοφόρων και να βελτιώνει την θέση της.
Μπορεί λοιπόν να αρχίσουν οι συζητήσεις για ένα ευρωπαϊκό μηχανισμό δανεισμού κρατών που θα βρίσκονται σε ανάγκη, και τους όρους γι την δράση του. Μπορεί να αρχίσει να συζητείται η ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου. Μπορεί η κ.Merkel να εμφανίζεται στους ψηφοφόρους της τόσο αυστηρή όσο και οι φιλελεύθεροι σύμμαχοί της και έτσι να δυναμώνει εσωτερικά την θέση της μέσα στην συμμαχία. Μπορεί ο κ.Sarkozy να εμφανίζεται λαϊκότερος για να αποτρέψει τις επερχόμενες εκλογικές συντριβές του κόμματός του.
Το μόνο πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα αποθαρρυνθούν οι κερδοσκόποι πραγματικά. Και η απάντηση εδώ, σε πρώτη φάση, δεν είναι εξαιρετικά σύνθετη. Πρέπει να χάσουν λεφτά, τελεία και παύλα. Με κανένα άλλο τρόπο δεν αποθαρρύνεται ένας κερδοσκόπος. Το δίδαγμα πρέπει να είναι «όποιος παίζει μαζί μας χάνει». Το πιστόλι είναι στο τραπέζι.
Οι κερδοσκόποι βραχυπρόθεσμα περιμένουν να κερδίσουν λεφτά από δυο πηγές. Η πρώτη είναι τα spreads των ελληνικών ομολόγων. Η δεύτερη είναι η συνακόλουθη πτώση της ισοτιμίας του ευρώ προς το δολάριο. Ας προσέξουμε ότι αυτή η δεύτερη πηγή είναι πολύ σοβαρότερη απ την πρώτη. Απ τα ελληνικά ομόλογα το μέγιστο κέρδος μπορεί να είναι μια διαφορά επιτοκίου της τάξεως των 300 μονάδων spread, πχ. από 100 που είναι το spread για τις σοβαρές ευρωπαϊκές χώρες έως 400 που θα μπορούσε να είναι για την Ελλάδα. Δηλαδή ένα 3% σε ποσά της τάξεως των 10-12 δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα είναι σε πρώτη φάση ο δανεισμός της Ελλάδας. Δηλαδή μιλάμε για 300-350 εκατομμύρια ευρώ, ποσό μεγάλο για τα δικά μας δεδομένα αλλά όχι για τα δεδομένα των κερδοσκόπων. Αντίθετα, τα νομισματικά swaps μπορούν να αφορούν ποσά της τάξεως των μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων και οι διαφορές είναι απ το παλιό 1,50 στο σημερινό 1,35 της σχέσης δολαρίου/ευρώ σήμερα. Δηλαδή διαφορά της τάξεως των 15 μονάδων στα 150, δηλαδή του 10%. Κι αυτό σημαίνει 10 δισεκατομμύρια στα 100, και μάλιστα σε μια μέρα.
Τι θα έλεγε λοιπόν το εγχειρίδιον του καλού κερδοσκόπου για τις τωρινές συνθήκες; Δυο απλά πράγματα. Καθημερινά πουλάμε ευρώ κι αγοράζουμε δολάρια, όσο οι τιμές του ευρώ πέφτουν εξαιτίας των ασυμφωνιών στην ευρωζώνη. Το δολάριο ανεβαίνει, εμείς κερδίζουμε. Επίσης, κρατάμε λεφτά για να είμαστε έτοιμοι την μέρα που θα βγει η Ελλάδα για δανεικά. Και τότε θα προτείνουμε τα spread που θέλουμε.
Το κερδοσκοπικό σχέδιο δουλεύει αλλά με κάποια προβλήματα. Όσον αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες το πρόβλημα είναι ότι η πολύ απότομη πτώση του ευρώ θα δημιουργήσει πρόβλημα στις θέσεις που ήδη οι κερδοσκόποι και οι πελάτες τους έχουν σε ευρώ. Επομένως πρέπει να γίνει αργά.
Όσον αφορά την Ελλάδα, το πρώτο πρόβλημα των κερδοσκόπων είναι ότι θα πρέπει να παίρνουν χρήματα απ τα υπόλοιπα Greek Accounts τους (μη ξεχνάμε ότι ένας σοβαρός οίκος κερδοσκοπίας ασφαλώς έχει τέτοια δομή) δηλαδή να τα αποσύρουν πχ απ το Ελληνικό Χρηματιστήριο και να τα κρατάν για να τα έχουν έτοιμα σε πρώτη ζήτηση, άρα να μη παίζουν και επομένως να μη κερδίζουν. Το δεύτερο είναι ότι στο πτώμα της οικονομίας της Ελλάδας έχουν μαζευτεί ένα σωρό όρνια, πράγμα που φάνηκε στον προηγούμενο δανεισμό μας που θέλαμε 3 δισεκατομμύρια και προσφέρθηκαν πάνω από 20 και τελικά πήραμε 8. Επομένως υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των κερδοσκόπων για το ποιος θα φάει τα περισσότερα. Κι αυτό έχει μεγάλη σημασία, όπως θα δούμε σε λίγο.
Ο τρόπος να απαντήσεις στους κερδοσκόπους πρέπει τώρα να είναι προφανής. Τους αφήνεις να κάνουν την δουλειά τους. Να μαζεύουν δολάρια ελπίζοντας στην πτώση του ευρώ, και να κρατάν διαθέσιμο κεφάλαιο ώστε να δανείσουν την Ελλάδα, πράγμα που σημαίνει απώλειες από άλλη χρήση αυτών των χρημάτων. Και στο μεταξύ επιδεικνύεις ανοικτά τις διαφωνίες σου ώστε να τους διευκολύνεις την είσοδο στην παγίδα. Κάποια στιγμή, που φυσικά πρέπει να μην είναι προβλέψιμη, η Ελλάδα βγαίνει και ζητάει τα πρώτα 2-3 απ τα πρώτα 12 δισεκατομμύρια που χρειάζεται για τους επόμενους μήνες. Έρχονται τώρα οι κερδοσκόποι και προτείνουν spread της προτιμήσεώς τους, πχ 400.
Τότε όμως εμφανίζεται ο Ευρωπαίος. Just like the cavalry, κατά το αμερικάνικο πρότυπο. Αυτός μπορεί να είναι η Κεντρική Τράπεζα, ή μια κρατικά ελεγχόμενη τράπεζα πχ της Γαλλίας, ή ένα fund που έχει συσταθεί ad hoc, και δεν τον ξέρουμε από πριν για να μην είναι προβλέψιμος. Και προτείνει πχ spread 300. Ο κερδοσκόπος βλέπει ότι πάει να χάσει το δάνειο, δηλαδή να πάει τσάμπα η στέρηση κερδών ενός μηνός. Λογικά, αντιπροτείνει 290. Αλλά δεν είναι μόνος του, υπάρχουν πολλοί σαν κι αυτόν, θυμηθείτε την προσφορά των 20 δις για δάνειο 3 δις. Και επομένως, υπό την πίεση της ανάγκης τους αρχίζει ο κύκλος της πτώσης. Ας πούμε, σχετικά αισιόδοξα, ότι το δάνειο κλείνει με 200 spread, που είναι σαφώς ανεκτό για τα ελληνικά δεδομένα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε θρίαμβο της στρατηγικής της Ευρώπης. Η Ευρώπη δούλεψε, στήριξε την Ελλάδα, που βγήκε στην αγορά και δεν ζήτησε λεφτά από κανένα, ζήτησε απλώς να δανείζεται με μικρό spread, πράγμα που πέτυχε. Η κ.Merkel δεν χρειάστηκε να βοηθήσει καθόλου. Χρήματα δεν δόθηκαν, άρα δεν είπε ψέμματα στους δικούς της ψηφοφόρους. Ο κ.Sarkozy θριάμβευσε καταπολεμώντας τους εχθρούς της Ευρώπης, κι ανεβαίνει στα μάτια των δικών του ψηφοφόρων.
Και το σχέδιο σ αυτήν την εκδοχή του δεν τελειώνει εκεί. Η Ευρώπη βγαίνει απ αυτή την κρίση δυναμωμένη. Το ευρώ επομένως ανεβαίνει. Κι αυτοί που μάζευαν δολάρια πουλώντας ευρώ σε χαμηλές τιμές τώρα αναγκάζονται να τα αγοράσουν ξανά σε ψηλές. Δηλαδή χάνουν λεφτά. Κι αν οι κερδοσκόποι χάνουν λεφτά θα το σκεφτούν δυο και τρείς φορές πριν προσπαθήσουν ξανά να επιτεθούν σε κάποιο Ευρωπαϊκό κράτος ή στο ευρώ.
Θα χάσουν οι κερδοσκόποι; Χμμμ .. δεν είμαι τόσο βέβαιος. Οι πραγματικοί κερδοσκόποι, οι επενδυτικές τράπεζες και οι άλλοι οίκοι που τυγχάνουν της ανοχής μας κάποιο τρόπο θα βρουν να βγάλουν λεφτά. Μη ξεχνάμε ότι αυτοί διαχειρίζονται κεφάλαια πελατών τους και δεν έχουν και πολλούς ηθικούς ενδοιασμούς. Θα κερδίσουν και πάλι, πιθανότατα ποντάροντας αντίθετα στους πελάτες τους, όπως συχνότατα κάνουν. Το είδαμε και με την Goldman Sachs. Παλιά μου τέχνη κόσκινο, εις υγείαν των πελατών μας.
Αλλά την επόμενη φορά οι πελάτες τους θα τείνουν να αποφύγουν τις επιθετικές τακτικές αγορών με ψηλά spreads καθώς και τις αμυντικές τακτικές των Credit Default Swaps. Δηλαδή θα αποφεύγουν την Ελλάδα. Το πιστόλι μπήκε στο τραπέζι, πυροβόλησε στον αέρα και, όπως λέει ο Asterix για τους Ρωμαίους οι κερδοσκόποι θα προτιμήσουν απ την αμφίβολης αποτελεσματικότητας τακτική της χελώνας (ρωμαϊκού σχηματισμού) την βέβαιη τακτική του λαγού. Κι αυτό φτάνει, γιατί ελαττώνει αποτελεσματικά τις πιέσεις προς την Ευρώπη.
Αν τα πράγματα εξελιχθούν όπως τα λέω μέχρι εδώ, αν δηλαδή επιλεγεί ο ανοικτός πόλεμος με την κερδοσκοπία η Ελλάδα θα βγει για δανεισμό την μέρα που τα spreads θα είναι στο ψηλότερο σημείο και το ευρώ στο χαμηλότερο. Επίσης το ελληνικό χρηματιστήριο θα είναι πολύ χαμηλά, γιατί είναι ένα μέρος των Greek Accounts που χρησιμοποιούνται ήδη απ τους κερδοσκόπους που πουλάν μετοχές για να μαζέψουν χρήματα για τον δανεισμό μας.
Φυσικά το πραγματικό ερώτημα που τίθεται τώρα είναι αν το σχέδιο αυτό είναι ασφαλές. Η απάντηση εδώ είναι όχι. Προφανώς οι κερδοσκόποι ξέρουν πολύ καλά τα παιχνίδια και διαθέτουν τεράστια κεφάλαια. Θα ήταν λοιπόν δυνατόν να κοντράρουν όσο πάει. Θα μπορούσαν δηλαδή να μην μπουν στην αγορά ελληνικών ομολόγων με χαμηλά spreads, επιβάλλοντας στην Γαλλική πχ Τράπεζα που είπα πριν να δανείσει αυτή και να μη λειτουργήσει σαν καταλύτης καθόδου των spreads στην αγορά. ΝΑ δώσει δηλαδή πραγματικά λεφτά. Και αν στην προσπάθεια κατάλυσης συμμετάσχουν – που θα συμμετάσχουν- και Γερμανικές Τράπεζες, θα αναγκαστούν να δανείσουν κι αυτές, και η κ.Merkel θα έχει προβλήματα στο εσωτερικό. Και θα αρχίσουν οι κόντρες μεταξύ Ευρωπαίων. Και τότε το ευρώ θα πέσει κι άλλο και οι κερδοσκόποι θα κερδίσουν τον πόλεμο χάνοντας ίσως την μάχη των ελληνικών ομολόγων.
Αυτό βέβαια το ξέρουν κι οι Ευρωπαίοι, και τώρα μπαίνουμε στην δεύτερη φάση συλλογισμών. Όπως είναι σαφές απ τα παραπάνω, η Merkel θέλει να εξασφαλίσει ότι το όποιο όργανο δημιουργηθεί για να χτυπηθεί η κερδοσκοπία θα δράσει σαν καταλύτης. Γιατί αλλιώς θα πρέπει πραγματικά να βάλει λεφτά, και μάλιστα με ενδεχομένως αβέβαιο αποτέλεσμα. Επομένως θέλει να καθοριστούν αυστηρά οι γραμμές. Θέλει να ξέρει αν και πότε θα βάλει λεφτά. Και δεν αρνείται να βάλει, απλώς θέλει να το κάνει μόνο σε ύστατη περίπτωση, στην περίπτωση που η Ελλάδα χρεωκοπεί.
Δεν χρειάζεται όμως τα πράγματα να πάνε σ αυτή την κατεύθυνση. Στις σύγχρονες κοινωνίες όλοι τείνουν να συνεργάζονται και να αποφεύγουν τις συγκρούσεις, κυρίως μεταξύ ισχυρών. Η απειλή bras de fer είναι καλή ακριβώς επειδή είναι απειλή. Αν πραγματοποιηθεί, τα πράγματα γίνονται αβέβαια, και η αβεβαιότητα είναι κακή για όλους. Το όπλο στο τραπέζι είναι αποτελεσματικότερο ίσως αν δεν χρησιμοποιηθεί καθόλου.
Σ αυτή την εκδοχή των εξελίξεων, θα ανακοινωθεί στην προσεχή συνάντηση κορυφής ένα πλήρες σχέδιο στήριξης της Ελλάδας, με απόλυτη συμφωνία των πάντων. Πολύ πιθανόν ένα fund αρκετά μεγάλο ώστε και τις πιθανές βραχυπρόθεσμες ανάγκες ελληνικού δανεισμού να καλύπτει, και την σκληρή στάση των Ευρωπαίων -που ασφαλώς θα ανεβάσει τις ισοτιμίες- να υποδηλώνει. Η Ελλάδα θα χάσει ίσως κάποιες μονάδες spread αλλά θα μειωθεί και ίσως θα εκμηδενιστεί η πιθανότητα μάχης με τους κερδοσκόπους.
Κατά την γνώμη μου αυτό είναι το ευρωπαϊκό σχέδιο στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Όπως θα παρατηρείτε, ερμηνεύει απολύτως και την στάση του Παπανδρέου, και την στάση της Merkel, και την στάση των Sarkozy και Zapatero, και την στάση των ευρωπαίων ιθυνόντων, του Baroso, του Yunker, του Trichet και του Olli Rehn. Ερμηνεύει και τις εκ πρώτης όψεως αντικρουόμενες δηλώσεις περί των όρων στήριξης της Ελλάδας, και τις δηλώσεις για την μάχη κατά των κερδοσκόπων, και τις δηλώσεις για το όπλο στο τραπέζι.
Μια τελική παρατήρηση είναι ίσως πολύ χρήσιμη. Είναι πιθανόν, στην δεύτερη εκδοχή της απλής απειλής προς τους κερδοσκόπους κι όχι του ανοικτού πολέμου, να συμμετάσχει στο fund στήριξης της Ελλάδας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όπως λέγεται. Αυτό ενδεχομένως δεν έχει μόνον οικονομική σημασία. Έχει και πολιτική, αφού το Ταμείο έχει κυρίως αμερικανικά χρήματα. Σ αυτή την περίπτωση η στήριξη της Ελλάδας γίνεται μεν ισχυρότερη, αλλά ο πόλεμος με την κερδοσκοπία αναβάλλεται και επιβεβαιώνεται η Αμερικανική διεθνής ηγεσία. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος της κακής διάθεσης του Παπανδρέου όταν έβγαινε απ τον Λευκό Οίκο.
Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010
Gambit
Οφείλω να ομολογήσω ότι τις προηγούμενες μέρες με τρώγανε τα δάχτυλά μου. Κάθε τρεις και λίγο είχα έντονη παρόρμηση να κάτσω και να γράψω σχόλια για τις εξελίξεις. Δεν υπέκυψα στον πειρασμό για απλούς λόγους σχετιζόμενους με την στάση μου απέναντι στις εξελίξεις αυτές. Επιτρέψτε μου να εξηγηθώ.
Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τα σπουδαιότερα συμβάντα απ την ημερομηνία ανάρτησης του προηγουμένου κειμένου σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Τα «εσωτερικά» και τα «εξωτερικά». Στα εσωτερικά εντάσσω τα τελευταία μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και τις αντιδράσεις απέναντι σ αυτά και στα εξωτερικά τον μαραθώνιο επαφών του Παπανδρέου με Merkel, Sarkozy, Yunker και φυσικά το υπερατλαντικό ταξίδι και τις συναντήσεις του εκεί.
Τα μέτρα είναι οδυνηρά και ασφαλώς άδικα για εκείνη την κατηγορία πολιτών που είναι έντιμοι, εργάζονται και παράγουν αποτελεσματικά και δεν είναι υψηλόμισθοι. Κι αυτοί είναι ένα πολύ σοβαρό ποσοστό των Ελλήνων. Ίσως κάτω απ το 50%, αλλά πάντως δεν είναι πολύ λίγοι. Έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι αυτοί στην πλειονότητά τους είδαν το πρόγραμμα αλλαγών του Παπανδρέου με ελπίδα. Στην αρχή, προεκλογικά, διστακτικά και σιωπηλά, επηρεασμένοι απ την προπαγάνδα που ήθελε τον Παπανδρέου Γιωργάκη, τις οποιεσδήποτε μικρές βελτιώσεις εισοδήματος που πρότεινε ψιχία και τις αλλαγές που προγραμμάτιζε γελοίες ή καταστρεπτικές για τα χρηστά παραδοσιακά ήθη μας.
Στην συνέχεια αυτοί οι άνθρωποι αναθάρρησαν. Οι κινήσεις του Παπανδρέου και το ύφος της κυβέρνησης του τους έπειθαν μέρα με τη μέρα ότι η επιλογή τους είχε νόημα, ότι η πολιτική έχει νόημα, ότι μια νέα πορεία αυτής της χώρας άρχιζε, ότι επιτέλους θα μπορούσε κάτι ν αλλάξει και να γλιτώσουμε απ το μιξοβάρβαρο, ραγιάδικο, μπαχτσισοβόρο και ρουσφετοθηρικό σκηνικό της παράγκας του Καραγκιόζη που φαινόταν να αποτελεί το ριζικό μας.
Όλοι οι πολίτες αυτής της κατηγορίας ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης στήριξαν ακόμα και τα μέτρα του σχεδίου Β ξέροντας ότι τα πράγματα για αρκετό διάστημα θα είναι σφιχτά και στριμωγμένα. Κι αρκετοί ακόμη συμπολίτες μας, πολλοί απ αυτούς που βρίσκονται στην γκρίζα περιοχή μεταξύ αυτής της κατηγορίας και της αντίθετης, κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση συναισθηματικά, λογικά και πολιτικά.
Όμως το σχέδιο Γ, ακριβέστερα η διολίσθηση στα πέραν οποιουδήποτε αρχικού σχεδιασμού μέτρα τους πόνεσε. Νομίζω πως τους νοιώθω να σφίγγουν τα δόντια και να σιωπούν περιμένοντας. Αισθάνομαι ότι έχουν πάρει την απόφαση να στηρίξουν τον Παπανδρέου όλη την τετραετία αλλά έχοντας χάσει μεγάλο μέρος απ τον μετεκλογικό ενθουσιασμό και την εμπιστοσύνη τους. Και φυσικά οι πολίτες που ανήκουν στην γκρίζα περιοχή του πληθυσμού και εκφράζονται δυστυχώς απολύτως απ τους ατάλαντους, αμελέτητους και ανόητους σταρ της τηλεοπτικής μας αρένας ήδη ανέκρουσαν πρύμναν.
Αλλά γιατί να παραμείνουμε σ αυτή την κατηγορία; Πολλοί άνθρωποι της άλλης κατηγορίας θα πονέσουν επίσης, κι ο πόνος είναι πόνος. Ανεξάρτητα απ την εντιμότητα, την παραγωγικότητα και τα λεφτά που έχει κανείς. Και ασφαλώς αυτό δεν μπορεί να ευχαριστεί κανένα. Η εκδικητικότητα δεν είναι καθόλου καλός σύμβουλος, ούτε προσωπικά ούτε πολιτικά.
Πιστεύω ότι αυτοί που μου κάνουν την τιμή να διαβάζουν αυτά που γράφω ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, εξ άλλου αυτοί μ ενδιαφέρουν. Τι θα είχα να πω σ αυτούς τους ανθρώπους, τι θα είχα να πω σε σας; Ότι τα μέτρα ήταν αναγκαία; Ότι το θέμα δεν μπορεί να είναι ο 14ος μισθός αν κινδυνεύεις να μην έχεις επαρκή ρευστότητα για να πληρώσεις τον 4ο ; Ότι αν δει κανείς το σύνολο των μέτρων, δηλαδή την περικοπή κυρίως επιδομάτων και αποζημιώσεων, την εφάπαξ φορολόγηση των εισοδημάτων άνω των 100.000, το τσεκούρι του 15% στις off shore, τον αλγόριθμο τεκμηρίων και άλλα βλέπει ότι τα μέτρα έχουν κάποια προοδευτικότητα; Ότι η συλλογή αποδείξεων και οι έλεγχοι πιθανότατα θα μεγαλώσουν την προοδευτικότητα αυτή φέρνοντας ένα μέρος της φοροδιαφυγής στο σύστημα; Ότι τα χάλια του ελληνικού κράτους ήταν τέτοια που δεν επέτρεπαν καλύτερες διακρίσεις άρα περισσότερη δικαιοσύνη;
Αυτά λίγο πολύ όλοι οι καλοπροαίρετοι και ευφυείς πολίτες και τα βλέπουν και τα καταλαβαίνουν. Κι αυτό το blog δεν ξεκίνησε για να δώσει συναισθηματική στήριξη σε κανένα. Πρόθεσή μου είναι να λέω κάτι που να προσθέτει στην ανάλυση και την κατανόηση των γεγονότων κι όχι λόγια παρηγοριάς ή υποστήριξης οποιασδήποτε ενέργειας της κυβέρνησης.
Πιστεύω ότι η κυβέρνηση πρέπει να στηριχτεί γιατί επιδοκιμάζω ενέργειές της κι όχι το αντίθετο. Αντιλαμβάνομαι ότι παίρνοντας θέση «εκτίθεμαι» σε βαθμό που κάποιοι να με θεωρούν οπαδό. Δυστυχώς αυτός είναι ο τρόπος που ο μέσος πολίτης αντιλαμβάνεται την πολιτική, κάπως σαν το ποδόσφαιρο. Αλλά δεν μπορώ να μη πάρω θέση. Δεν είμαι ιδιώτης, με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, ούτε με την λατινική της μικροστρεβλωσούλα. Άλλο όμως το να πάρεις θέση κι άλλο το να γλυκαίνεις χάπια σ αυτούς που δε χρειάζονται ζάχαρες.
Οι αντιπολιτευόμενοι πανηγυρίζουν κλαυθμηρίζοντες κι αγανακτούντες. Η Νέα Δημοκρατία πανηγυρίζει υπενθυμίζοντας στην κυβέρνηση την από 5ης Οκτωβρίου κριτική της για καθυστερήσεις στην λήψη μέτρων. Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζουν διακηρύσσοντας urbi et orbi την επιβεβαίωση της αντίληψής τους για την αντιλαϊκή κατεύθυνση της κυβέρνησης. Και ο ΛΑ.Ο.Σ, επιλέγοντας ευφυώς την στάση του σοβαρού πατριωτικού συνομιλητή που εμμέσως κατακρίνει τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης για έλλειψη σοβαρότητας και πατριωτισμού, στηρίζει τα μέτρα, πράγμα που αποτελεί επίσης εμμέσως μια εξαιρετικά αποτελεσματική, ίσως διαλυτική κριτική του ΠΑΣΟΚ.
Στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ εντείνονται ξανά οι παλιές διαφωνίες. Τα νούμερα στις δημοσκοπήσεις πέφτουν, οι λαϊκιστές πανηγυρίζουν. Το βαθύ, «αριστερό» και «πατριωτικό» μέρος του κυβερνώντος κόμματος ξαναδείχνει τα δόντια του. Ο κ. Παπουτσής κρίνει ότι πρέπει να εκφράσει την ψυχή του κόμματος επιτιθέμενος στον κ.Σαχινίδη που απειλεί με παραίτηση. Αναλόγως συμπεριφέρεται κι ο κ.Σκανδαλίδης. Η αυστηρή κι ομόθυμη απέναντί τους στάση της κυβέρνησης τους μάζεψε. Για την ώρα. Για πόσο ακόμη όμως;
Ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού που χρόνια τώρα ζούσε στον φανταστικό κόσμο των ιδεολογημάτων που συστηματικά καλλιεργούνται από καριερίστες του είδους, έπεσε με τα μούτρα πάνω στην πραγματικότητα και ξύπνησε. Δυστυχώς όμως τελευταία τα κατάφερε να σηκωθεί, να ξεσκονιστεί και να συνεχίσει την προηγούμενη υπνοβατική διαδρομή του.
Η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε απ τη στιγμή που ανακοινώθηκαν τα νέα μέτρα επιδεινώνει σοβαρά το κλίμα μέσα στην Ελλάδα. Όλοι αυτοί που μέχρι τώρα ήταν μαζεμένοι ξέροντας ότι η εκλογή κι ακόμη περισσότερο η ενδεχόμενη επιτυχία της κυβέρνησης αυτής σε ορίζοντα τετραετίας τους δείχνει την πόρτα της εξόδου άρχισαν να ξαναβγαίνουν απ το καβούκι τους. Κι αυτό δημιουργεί κλίμα που όπως έλεγα στο προηγούμενο post επιδεινώνει τις αντικειμενικές συνθήκες.
Φυσικά μέσα στην ανακατωσούρα βρήκαν ευκαιρία οι γνωστοί σχολιαστές των μέσων ενημέρωσης να επαναβεβαιώσουν την πίστη τους στα λαϊκιστικά ιδεώδη. Ακολουθώντας το γενικό κλίμα αρχίζουν να καλαμπουρίζουν για την κατάσταση ελεεινολογώντας ταυτόχρονα όσους δεν ακολουθούν την ευθεία γραμμή τους της κολακείας των ευτελέστερων δυνατών συναισθημάτων και της μηδενικής νόησης. Και το ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα «λαϊκών» αντιλήψεων και ΜΜΕ που είχε σταματήσει λιγάκι μετά τις εκλογές αρχίζει να ξαναπαίρνει μπροστά.
Πριν μια εικοσαετία και βάλε ο Σαββόπουλος μιλούσε για τους ατσίδες, τους μίμους και τους νάνους της δημόσιας ζωής μας που ξέρουν ότι στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας κανείς ποτέ δεν χάνει. Αυτοί οι άνθρωποι ξαναπήραν φόρα. Δυστυχώς όμως τα ρεζιλίκια μας εξαπλώθηκαν και εκτός Ελλάδος και σε τέτοιο βαθμό που άρχισαν κι άλλοι, πολύ πιο επικίνδυνοι ατσίδες να τοκίζουν πάνω τους. Γιατί τι άλλο είναι η υπερβολική αύξηση των spreads από τόκο στα ρεζιλίκια μας;
Αυτό μας φέρνει στην δεύτερη κατηγορία εξελίξεων, τις εξωτερικές εξελίξεις. Εδώ βέβαια τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Αυτά που στο προηγούμενο post έγραφα και που απ ότι κατάλαβα από συζητήσεις με φίλους αντιμετωπιζόντουσαν απ όσους τα διάβασαν σαν φαντασιοπληξίες ενός fan του Παπανδρέου, άρχισαν σιγά-σιγά να επιβεβαιώνονται και σήμερα είναι η mainstream αντίληψη.
Τα ταξίδια του Παπανδρέου στην Ευρώπη δούλεψαν άψογα. Το κλίμα άλλαξε εντελώς. Ακόμη κι η μονίμως ψυχρή Merkel έσκασε χαμόγελο κι αγκάλιασε τον Γιώργο. Για τον Sarkozy δεν το συζητώ καθόλου. Δεν έχω ξαναδεί τόσο θερμή υποδοχή Έλληνα πρωθυπουργού από ξένο ηγέτη. Κι ο άνθρωπος τόπε πεντακάθαρα. Η Ελλάδα ανακτά την αξιοπιστία της. Ο Παπανδρέου γίνεται η τρίτη κορυφή ενός τριγώνου που οργανώνει την επίθεση κατά της κερδοσκοπίας, του οποίου οι δυο άλλες είναι ο ίδιος και η Merkel. Μόνον αφού τόπε θυμήθηκε ότι έπρεπε να αναφέρει και τον Yunker και το τρίγωνο έγινε τετράγωνο.
Οι τίτλοι των εφημερίδων έπαψαν ως δια μαγείας –για όσους δεν καταλαβαίνουν - να είναι υβριστικοί για την Ελλάδα. Όλος ο κόσμος άρχισε να ασχολείται με το θέμα της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την καταπολέμηση της κερδοσκοπίας. Και η Ελλάδα έγινε μέρος της πρωτοπορίας, ένα κράτος που λύνει προβλήματα, όχι πια ένα κράτος-πρόβλημα.
Το ταξίδι στην Αμερική ήταν το αποκορύφωμα της εκστρατείας αυτής. Η υποδοχή που έκαναν στον Παπανδρέου η Nancy Pelosi και η Hillary Clinton ήταν εξαιρετικά θερμές. Φυσικά το κεντρικό θέμα των δηλώσεών ήταν το πάλι παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ρύθμισή του, δηλαδή το σχέδιο Παπανδρέου. Ειδικά η Clinton στην κοινή της εμφάνιση με τον Παπανδρέου δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην συζήτησή τους για τα Credit Default Swaps, των οποίων - όπως δήλωσε - μέχρι προ έτους ούτε εκείνη ούτε ο Παπανδρέου γνώριζαν την ύπαρξη. Και βέβαια ξανακούσαμε αρκετές φορές ότι η Ελλάδα είναι ο ηγέτης των Βαλκανίων, πράγμα που αν θυμάμαι καλά το είχα ακούσει τελευταία φορά το 1992, λίγο πριν αρχίσουμε τις ανοησίες με το Σκοπιανό και παραιτηθούμε απ την ηγεσία αυτή μόνοι μας.
Η συνάντηση με τον Obama ήταν λίγο διαφορετική. Ο Παπανδρέου βγήκε απ τον Λευκό Οίκο κάπως κουμπωμένος. Όπως μας είπε, ο Obama ήταν θετικός και δήλωσε ότι θα στηρίξει την ευρωπαϊκή πρόταση ελέγχου της κερδοσκοπίας στους G20, αλλά σταμάτησε εκεί. Μια ψυχρή δήλωση, την οποία ο ίδιος ο Obama στην ομιλία του κατά την διάρκεια της δεξίωσης για την 25η Μαρτίου δεν επανέλαβε, παρότι ο Παπανδρέου την ανέφερε.
Ξέρουμε ότι ο Obama στο παρελθόν είχε μιλήσει εκτενέστατα για την ανάγκη ελέγχου όχι γενικά και αόριστα της κερδοσκοπίας αλλά πολύ συγκεκριμένα των επενδυτικών τραπεζών, οργάνωσε επιτροπές εναντίον των κερδοσκόπων και των ανήθικων πρακτικών τους και επέβαλε στα στελέχη των τραπεζών που πήραν κρατική στήριξη συνολικές αποδοχές κάτω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων - ασύλληπτο για τα αμερικάνικα δεδομένα. Επομένως αυτή η στάση του απέναντι στην πρόταση Παπανδρέου χρήζει ερμηνείας.
Τρεις εκδοχές βλέπω σε πρώτη ματιά. Η πρώτη είναι η απαισιόδοξη, η πολύ απαισιόδοξη, που την προτίμησαν όμως αρκετοί φίλοι μου. Ενδεχομένως ο Obama έκανε ήδη μόνος του την προσπάθεια να θέσει υπό πολιτικό έλεγχο το σύστημα, απέτυχε και εγκατέλειψε τον αγώνα. Ποιά θα μπορούσε να είναι σ αυτή την περίπτωση η αντίδρασή του στην πρόταση Παπανδρέου εκτός από ένα χαμόγελο και μια ψυχρή δήλωση ότι θα βοηθήσει; Ίσως μάλιστα και να του είπε τα καθέκαστα και να τον απογοήτευσε, πράγμα που θα δικαιολογούσε το ύφος του Παπανδρέου στην δήλωσή του έξω απ τον Λευκό Οίκο.
Όμως αυτή την εκδοχή δεν την βρίσκω εξαιρετικά πιθανή. Δηλαδή ο Obama προσπάθησε και δεν το μάθαμε; Οι εκατέρωθεν κανονιοβολισμοί δεν ακούστηκαν πουθενά; Ούτε στην Γερμανία και στην Γαλλία; Ούτε στο State Department όπου η Hillary ήταν τόσο ενθαρρυντική στο σχέδιο Παπανδρέου;
Η δεύτερη και η τρίτη εκδοχή είναι λίγο πιο πολιτικές κι έχουν κοινά σημεία. Πάμε στην δεύτερη. Ο Obama έχει σχεδιάσει την μάχη του κατά των κερδοσκόπων της οποίας έχει καθορίσει το timing ανάλογα με τις υπόλοιπες προτεραιότητες του. Η άφιξη του Παπανδρέου με την προφανώς επείγουσα αίτηση βοήθειας τον βγάζει απ τα πλάνα του και τον αναγκάζει να δώσει μια δύσκολη μάχη με δυνάμεις διεσπαρμένες σε άλλα σχέδια που ήδη τρέχουν, όπως το θέμα του αμερικάνικου συστήματος υγείας που θέλει να δημιουργήσει. Βλέποντας την Ευρώπη έτοιμη να δώσει μάχη αντιλαμβάνεται μεν την ευκαιρία και συμφωνεί, δηλώνει όμως απλώς υποστήριξη κι όχι πολύ ενεργό συμμετοχή. Αυτό εξηγεί την στάση της Clinton που ξέρει την γενικότερη διάθεση του Obama για μάχη κατά του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά δεν έχει λόγο να ξέρει το ακριβές timing και συμφωνεί με τον Παπανδρέου.
Η ερμηνεία αυτή έχει αρκετά ελαττώματα. Προϋποθέτει εκκίνηση δραστηριοτήτων σ ένα εξαιρετικά σημαντικό παγκόσμιο θέμα με τεράστια προβλήματα συντονισμού. Προβλήματα όχι μόνον μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, αλλά και μέσα στην ίδια την αμερικανική κυβέρνηση. Δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι η επίσκεψη Παπανδρέου ήταν τόσο κακά προγραμματισμένη απ την αμερικανική πλευρά ώστε η Clinton να μην έχει ενημερωθεί για τις απόψεις Obama σ ένα θέμα που ξέρει ότι θα τεθεί απ τον επισκέπτη της.
Η τρίτη εκδοχή είναι κατ εξοχήν πολιτική. Ο Obama ξέρει την σημασία της πρότασης Παπανδρέου και είναι μαζί του, αλλά δεν μπορεί να παραχωρήσει την ηγεσία σ ένα τέτοιο θέμα στην Ευρώπη και μάλιστα στον πρωθυπουργό μιας χώρας 10 εκατομμυρίων. Έχει φυσικά ήδη κάνει προεργασία εδώ κι ένα χρόνο, γι αυτό μπορούμε να είμαστε βέβαιοι απ το πλήθος των εργασιών που έγιναν στις επιτροπές κατά της κερδοσκοπίας στην Αμερική. Επομένως, συναντώντας τον Παπανδρέου του δίνει ένα τυπικό διπλό μήνυμα. Είμαστε μαζί, σε στηρίζω, στο δείχνω με τον ενθουσιασμό της Clinton, αλλά μέχρι εκεί. Εγώ έχω καλύτερο σχέδιο, και σου το δείχνω. Θα σε στηρίξω στους G20 αφού επείγεσαι, αλλά μην περιμένεις πολλά απ αυτό που κάνεις, η όποια λύση από μένα θα έρθει. Καλή είναι η συνεργασία, αλλά εγώ είμαι η ηγεσία, όχι εσύ.
Φυσικά οι κινήσεις Παπανδρέου του προξενούν σεβασμό, θέλει να τον έχει μαζί του. Του απονέμει λοιπόν τον «τίτλο» του «ηγέτη των Βαλκανίων». Αν μάλιστα προσέξατε, στην ομιλία του στην δεξίωση για την 25η Μαρτίου, αφού του λέει να προχωρήσει στην εξομάλυνση των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία, του λέει ότι ξέρει ότι προσπαθεί ήδη, και τελειώνει την ενότητα λέγοντας «τhank you very much for your leadership». Περιλαμβάνει δηλαδή στα Βαλκάνια και την Τουρκία αναβαθμίζοντας έτσι την Ελλάδα και δίνοντας ένα χαστούκι στην γείτονα που απέσυρε τον πρεσβευτή της απ την Washington λόγω της αποδοχής της γενοκτονίας των Αρμενίων απ την επιτροπή Εξωτερικών υποθέσεων του Κογκρέσου.
Ο Obama όμως θέλει να βάλει και τις γραμμές του στον Παπανδρέου. Τον κρατάει σε απόσταση. Καθ όλη την διάρκεια της δεξίωσης το δείχνει με κάθε τρόπο. Κι όταν ακόμη κατεβαίνει πια απ το βήμα και αρχίζει το mingling προχωράει μόνος του από επισκέπτη σε επισκέπτη και μάλιστα εξαιρετικά γρήγορα, αναγκάζοντας τον Παπανδρέου να τον ακολουθεί και καθορίζοντάς του τον ρυθμό.
Ο Παπανδρέου λοιπόν δεν πήρε όλα όσα θα ήθελε απ την Αμερική. Η αμερικάνικη στήριξη στα σχέδιά του υπάρχει αλλά είναι χλιαρή. Ποια λοιπόν μπορεί να είναι η συνέχεια του θέματος;
Ο Παπανδρέου έχει ήδη πάρει αυτά που χρειαζόμαστε. Κι είναι πολύ περισσότερα απ όσα μπορούσαμε να ελπίζουμε μέχρι πριν λίγο καιρό. Αντέστρεψε απολύτως το κλίμα εναντίον της Ελλάδας. Η ευρωπαϊκή στήριξη στο θέμα των spreads είναι δεδομένη, και κατά πάσαν πιθανότητα θα είναι αποτελεσματική από μόνη της. Οι Ευρωπαίοι δήλωσαν ότι το πιστόλι θα είναι πάνω στο τραπέζι κι αν χρειαστεί θα χρησιμοποιηθεί. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα αρκέσει για να κατεβάσει τα spreads στα επίπεδα των 100-150 μονάδων που είναι ανεκτό. Πάντως θα το δούμε.
Όχι μόνον αυτά. Πήρε μια, προσωρινή βέβαια, αναβάθμιση στις προτιμήσεις της Αμερικάνικης ηγεσίας, που έχει σημασία. Πήρε πιθανότατα ένα ΟΚ για τη «Βόρεια Μακεδονία» που δεν λύνει το θέμα αλλά έχει την σημασία του. Πήρε και την κατάργηση της βίζας. Και η συνολική του επιτυχία μπορεί να μετρηθεί πολύ απλά αν σκεφτούμε ότι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο το να καταργηθεί η βίζα θα ήταν γεγονός μεγάλης σημασίας που θα έπαιζε στα κανάλια για μέρες. Σήμερα μάλιστα είναι πιο σημαντικό ακόμη, γιατί μ αυτόν τον τρόπο ο Obama συμβολικά δείχνει στην Ευρώπη ότι θεωρεί την Ελλάδα ισότιμο μέλος της Ευρώπης, χωρίς την παραμικρή capitis deminutio (μείωσιν κεφαλής) σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Κι όμως σημασία δεν δώσαμε. Προφανώς γιατί τα υπόλοιπα ήταν πολύ σοβαρότερα.
Το σχέδιο του Παπανδρέου δούλεψε μια χαρά. Ίσως όχι 100%, αλλά μια χαρά. Και ήταν και εξαιρετικά φιλόδοξο και πολύ δύσκολο στην πραγματοποίηση. Αλλάζει τα δεδομένα την στιγμή που το είχαμε μέγιστη ανάγκη. Όμως αυτό είχε κόστος. Για να μπορέσει να το προωθήσει έπρεπε να δείχνει σε κάθε συνομιλητή του το δικό του και το γενικό συμφέρον και να μη συντηρεί τις υποψίες ότι όλα αυτά είναι ένα κολπάκι των παμπόνηρων Ελλήνων για να μη πληρώσουν τις ζημιές τους.
Η επιτυχία του σχεδίου εξαρτιόταν από την δυνατότητά του να πείσει τους συνομιλητές τους, και πρωτίστως τους Ευρωπαίους ότι αναφέρεται στο κοινό καλό. Κι αυτό είχε ως προϋπόθεση τα σκληρά εσωτερικά μέτρα. Μέτρα περισσότερα μάλιστα απ όσα του είχαν ζητήσει, κι αυτό το τόνισε δυο φορές στην κοινή συνέντευξη με τον Sarkozy και στην συνέντευξη με την Merkel. Δεν πιστεύω βέβαια ότι έκανε πολλά περισσότερα απ όσα του είχαν απαιτηθεί, αλλά κάτι έκανε. Πιθανότατα ένα ποσοστό 10-20% απ τον 14ο μισθό ήταν το πιόνι που θυσιάστηκε στο gambit του Παπανδρέου.
Το ότι ακόμη κι αυτά τα 100-200 € της επιπλέον αυτής θυσίας (όλος ο 14ος μισθός κοστίζει κάτι παραπάνω από ένα δισεκατομμύριο) ίσως είναι πολύ οδυνηρά για κάποιους είναι δεδομένο. Το ότι όμως άξιζε τον κόπο εμένα μου είναι εμφανές. Η αλλαγή στην εικόνα της Ελλάδας θα κεφαλαιοποιηθεί ταχύτατα. Εκατό μόλις μονάδες να βελτιωθούν τα spreads στα 50 δισεκατομμύρια που κατ ελάχιστον θα απαιτηθούν φέτος σημαίνουν 500 εκατομμύρια € λιγότερα, που είναι σαφώς περισσότερα απ αυτήν την επιπλέον θυσία.
Δεν συζητώ το κέρδος στην περίπτωση που επιτευχθεί ο μέγιστος στόχος της εκστρατείας, δηλαδή ο έλεγχος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επίσης δεν προσθέτω κέρδη από την πιθανή διευκόλυνση της επίλυσης του Σκοπιανού και των Ελληνοτουρκικών που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθούν έστω και χονδρικά, αλλά που όλοι καταλαβαίνουμε. Επίσης δεν συζητάω την αύξηση της πιθανότητας ξένων επενδύσεων απ τις επαφές με οικονομικούς παράγοντες, που είναι το fall out της εκστρατείας. Αυτά είναι απλά ενδεχόμενα. Είναι όμως σαφές ότι η αλλαγή στην εικόνα της Ελλάδας ασφαλώς επηρεάζει σοβαρά τον τουρισμό μας κι αυτό είναι κάτι που θα μετρηθεί στα ταμεία του κράτους σε μερικούς μήνες.
Θα είναι αρκετά αυτά για τον Παπανδρέου; Αντικειμενικά είναι, αλλά τον νοιώθω εξαιρετικά πεισματάρη. Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω, αλλά βλέπω πιθανό το ενδεχόμενο να συνεχίσει τον μαραθώνιό του για να πείσει τους υπόλοιπους απ τους G20 μόνος του. Εξάλλου τον Putin ήδη τον συνάντησε, και αναμένεται σύντομα να συναντηθεί με τον Erdogan (η Τουρκία ανήκει στους G20), μια συνάντηση στην οποία δεν αποκλείω εκπλήξεις. Σ αυτήν πάντως την περίπτωση θα τον δούμε να τρέχει στην Ιταλία, την Αργεντινή, την Ινδία, την Κίνα, την Αυστραλία και δεν ξέρω πού αλλού.
Ανεξάρτητα απ αυτό όμως το θέμα είναι πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο εσωτερικό. Πώς θα λειτουργήσουν τα μέτρα στην εσωτερική αγορά; Ποια θα είναι τελικά η ύφεση; Θα μπορέσουν να ελεγχθούν οι αντιδράσεις πριν δώσουν το τελευταίο απαραίτητο χεράκι βοήθειας στην ύφεση που έτσι κι αλλιώς θα έχουμε; Και βέβαια, θα καταφέρουμε να πετύχουμε τον στόχο του 8,7% με τα δεδομένα που θα προκύψουν;
Η απάντησή μου στο τελευταίο ερώτημα είναι ναι. Πιστεύω μάλιστα πως με λίγη τύχη θα μπορέσουμε να τον ξεπεράσουμε. Το gambit που λέγαμε, που σημαίνει ότι κάνουμε πιο πολλά απ όσα χρειάζονται για την επιτυχία των στόχων καθώς και τα κέρδη απ το σχέδιο Παπανδρέου που ανέφερα πριν κάνουν κάτι τέτοιο πολύ πιθανόν. Αλλά για τα υπόλοιπα θα συζητήσουμε στο επόμενο post, αν στο μεταξύ σοβαρές εξελίξεις σε άλλους τομείς δεν μας υποχρεώσουν να ασχοληθούμε μ αυτές. Το κακό είναι ότι χρειάζεται κι αυτή η τύχη. Αν κάποιες αντιδράσεις εξελιχθούν άσχημα, αν πχ κάποιοι αστυνομικοί δείξουν τον συνήθη υπερβάλλοντα ζήλο κατά παιδιών ή ηλικιωμένων κλπ, κανείς δεν θα ήταν δυνατόν να υπολογίσει τι θα συμβεί.
Λένε πως η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς. Κι ο Παπανδρέου επέδειξε μέχρι τώρα πολύ μεγάλη τόλμη. Ας ελπίσουμε να επιβεβαιωθεί η λαϊκή σοφία.
Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010
The Grand Chessboard
Η πρώτη φορά που με εντυπωσίασε ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 80, όταν εν μέσω ενός θορυβώδους όχλου εκφραζόμενου απολύτως απ τα γραφόμενα της Αυριανής τόλμησε να μιλήσει για τον «έρποντα φασίζοντα λαϊκισμό». Η απέχθειά μου προς αυτού του είδους την «πολιτική» αντίληψη μ έκανε να διορθώνω την πρόταση σε «ιπτάμενο λαϊκίζοντα φασισμό» και να χαμογελάω για τον Γιώργο που ε, τα 'πε αλλά μαζεμένα. Παρά την αποστασιοποίησή μου όμως είχα και εκτιμήσει και σημειώσει τη στάση του.
Η δεύτερη φορά που ο Γιώργος απεδείχθη cygnus inter anates ήταν δυο-τρία χρόνια μετά, όταν μαζί με τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο κατέβασε στην Βουλή πρόταση για την νομιμοποίηση της κάνναβης. Την εποχή εκείνη που η κυρίαρχη αντίληψη θεωρούσε το ροκ μηχανισμό άλωσης της εργατικής τάξης ή των υγιών ελληνικών ηθών – οι νεώτεροι μην απορείτε, αυτοί που σήμερα σας λένε πως ήταν ροκάδες απλώς λένε ψέματα - κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν παρά να προκαλέσει τον χλευασμό των ανοήτων εντός και εκτός κοινοβουλίου, και φυσικά αυτό ο Γιώργος και οι άλλοι δυο το ήξεραν πολύ καλά, όπως ήξεραν και ότι αυτοί οι ανόητοι ήταν η συντριπτική πλειονότητα. Αλλά τόλμησαν.
Δεν χρειάζεται να επιμείνω άλλο σε τέτοιου τύπου αναφορές. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι από αρκετά παλιά έβλεπα τον Παπανδρέου πολύ θετικά. Παρά την θέση μου αυτή, η συμπεριφορά του Γιώργου απ την εποχή της σύγκρουσής του με τον Βενιζέλο και μετά δεν σταμάτησε να με εκπλήττει ευχάριστα, με αποκορύφωμα το τελευταίο τετράμηνο. Γι αυτό το τετράμηνο βέβαια τα ξέρετε, τα έχετε διαβάσει εδώ.
Υπήρχε όμως ένα σημείο του στυλ του Γιώργου που το έβλεπα με ένα πικρό χαμογελάκι. Βρε δεν μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να μάθει απ τον πατέρα του, τον κατά την γνώμη μου μεγαλύτερο μαιτρ τακτικής του περασμένου αιώνα κανένα δυο τεχνικές παιγνίων; Υπέροχες οι αρχές, άριστη η κατεύθυνση, εξαιρετική η μελέτη και το βάθος αντιμετώπισης των προβλημάτων που έχει ο Γιώργος, και δεν με πειράζει καθόλου η έλλειψη ευγλωττίας του. Αλλά βρε παιδί μου χάθηκε νάχει και λιγάκι απ αυτή τη στόφα του «παίκτη» που σε τόσο μεγάλο βαθμό είχε ο πατέρας του;
Αυτά έως προχθές. Από προχθές και μετά νομίζω ότι ο Γιώργος όχι μόνον έχει την στόφα του παίκτη, αλλά ότι είναι καλύτερος παίκτης κι από τον πατέρα του. Ο Γιώργος κατάφερε να εκτελέσει ένα αριστούργημα τακτικής. Θα ήθελα λοιπόν εδώ να περιγράψω και να σχολιάσω την τακτική αυτή της οποίας η κεντρική ιδέα αλλά και οι λεπτομέρειες εφαρμογής ούτε σχολιάστηκαν ακόμη αλλά ούτε και θα σχολιαστούν από κανένα μέσο.
Ας αρχίσουμε απ την αρχή. Όπως ο Stiglitz προσφυέστατα έγραψε προ μερικών εβδομάδων κάνοντας ευθεία σύγκριση του με τον Obama, ο Γιώργος υποχρεώθηκε σε συμβιβασμούς του αρχικού του οράματος εξαιτίας της δεινής οικονομικής κατάστασης που παρέλαβε απ τον προκάτοχό του. Όμως, λέει ο Stiglitz, τα κολοσσιαία λάθη και οι ανέντιμες λογιστικές του Bush ωχριούν μπροστά σ αυτά του προκατόχου του Γιώργου – ούτε το όνομά του δεν καταδέχεται να γράψει ο άνθρωπος.
Το κύριο, το τεράστιο πρόβλημα μπροστά στο οποίο βρίσκεται ο Γιώργος και η κυβέρνησή του, από πολιτική άποψη μπορεί να συνοψιστεί στο εξής παράδοξο. Κάθε τι που κάνει για να βελτιώσει την θέση του προς τα έξω του επιδεινώνει την θέση του στο εσωτερικό που επιδεινώνει με την σειρά της και την θέση στο εξωτερικό και αντιστρόφως.
Δυστυχώς στην Ελλάδα σπανίως συνειδητοποιούμε ότι το κρατικό έλλειμμα μετατρέπεται ευθέως σε ιδιωτικό εισόδημα. Επομένως οποιαδήποτε προσπάθεια για μείωση του ελλείμματος που θα αύξανε την εμπιστοσύνη των αγορών και άρα θα μείωνε τα spreads φυσικά συναντά τεράστιες αντιδράσεις, που με τη σειρά τους προξενούν μείωση της εμπιστοσύνης των αγορών. Αντίστροφα, κάθε καταναλωτική δαπάνη που είναι ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη στο εσωτερικό αφού αυξάνει την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση και το σύστημα, άρα και το κοινωνικό κεφάλαιο συναντά την λυσσώδη αντίδραση των αγορών και άρα δυσχεραίνει το οικονομικό πρόβλημα άρα μειώνει την εμπιστοσύνη και στο εσωτερικό.
Όπως βλέπετε δεν πρόκειται απλώς για μια κατάσταση σφύρας και άκμονος, Σκύλλας και Χάρυβδης, Συμπληγάδων, a rock and a hard place, διαλέξτε και πάρτε. Είναι χειρότερα. Ότι κάνεις για να βελτιώσεις κάτι, τελικώς το χειροτερεύει. Δεν πρόκειται εδώ για την εύρεση μιας χρυσής τομής που θα προκαλεί τις λιγότερες δυνατές συνολικές αντιδράσεις, μιας έστω πολύ στενής οδού μεταξύ συμπληγάδων. Το πρόβλημα αυτό είναι περισσότερο από οικονομικό, είναι βαθύτατα πολιτικό. Και επομένως χρειάζεται πολιτική αντιμετώπιση.
Η κυβέρνηση αυτή, αντιθέτως προς την μπουρδολογία των καναλιών και των εκ δεξιών αντιπολιτευομένων δεν μένει καθόλου άπραγη ούτε αργεί. Κάνει πολύ γρήγορη και πολύ αποτελεσματική δουλειά. Έχει ανοίξει ένα σωρό σημαντικά μέτωπα. Έχει καταλήξει σε τελικές λύσεις προβλημάτων το καθένα απ τα οποία εθεωρείτο απ όλες τις παρελθούσες κυβερνήσεις καυτή πατάτα, και φυσικά η λύση του ανεβάλλετο. Θυμηθείτε πόσα χρόνια μιλάμε για ένα δικαιότερο φορολογικό, για το ασφαλιστικό, για το θέμα των μεταναστών, για την επιδοματική πολιτική στο δημόσιο τομέα κλπ. Και όλα αυτά άνοιξαν απ την πρώτη μέρα της νέας κυβέρνησης – ναι, πολύ νέα είναι ακόμη, μόλις τεσσάρων μηνών κι ας έχετε ξεχάσει απολύτως τον Καραμανλή και τους συν αυτώ, ας σας φαίνονται σαν κακό όνειρο.
Όσοι από σας διαβάσατε το post για τις ισορροπίες Nash θα ξέρετε ότι η άποψή μου είναι ότι αυτό ακριβώς έπρεπε να γίνει. Πολλά πράγματα πολύ γρήγορα. Και το έβλεπα να γίνεται, και περίμενα να αυξηθεί η ταχύτητα κι άλλο. Όμως στις 9 Φεβρουαρίου το απόγευμα δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα γέλια μου βλέποντας τηλεόραση.
Έβλεπα τον κ Παπακωνσταντίνου να ανακοινώνει το πακέτο για την πολιτική μισθών με οριζόντια περικοπή του 10% των επιδομάτων στο Δημόσιο. Φυσικά αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να προξενήσει μια μικρή επανάσταση των δημοσίων υπαλλήλων, κυρίως των υψηλόμισθων βέβαια, που φυσικά είναι και οι ηγέτες των λαϊκών αγώνων. Αλλά μόλις τελείωσε αυτό, ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν σταμάτησε. Αντίθετα, προχώρησε με το φορολογικό, που βέβαια προβλέπει αυξημένη συνεισφορά των εισοδημάτων πάνω από 40.000 €. Που κι αυτό μόνο του θα μπορούσε να προξενήσει επανάσταση, κι όχι μόνο στο δημόσιο.
Και ο κ. Παπακωνσταντίνου έφυγε απ την οθόνη. Αλλά η κατάσταση δεν σταμάτησε εκεί. Αμέσως μετά έσκασε μύτη ο κ. Λοβέρδος με τις ανακοινώσεις για το ασφαλιστικό, που βάζοντας φρένο στις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, τις εθελούσιες εξόδους κλπ προέβλεπε πολύ περισσότερα απ τα σχέδια Γιαννίτση και Σπράου που είχαν προξενήσει επαναστάσεις όταν ανακοινώθηκαν. Κι όλα αυτά πάνω στο φόντο του μεταναστευτικού που ακόμη συνεζητείτο στην Βουλή. Και με την γενική απεργία της ΑΔΕΔΥ ήδη οργανωμένη για την επομένη. Ε πώς να αντέξω και να μη βάλω τα γέλια;
Τώρα θα μου πείτε «καλά, για γέλια είναι αυτά;», και με το δίκιο σας. Όμως έχοντας πλήρως αποδεχθεί την αναγκαιότητα των μέτρων αυτών, μπορούσα να δω τα πράγματα από μια λιγάκι διαφορετική γωνιά. Φαντάστηκα τον κ. Χατζηνικολάου (έτυχε να βλέπω Alter) με τους συνεργάτες του να συζητάν σε σύσκεψη τα του προσεχούς τους δελτίου. Τώρα μήπως μπορείτε να με συγχωρήσετε για τα γέλια μου;
Σκεφτείτε την ατμόσφαιρα της σύσκεψης. Εκεί που όλα είναι μια χαρά και συζητάμε ήσυχα ήσυχα για το μεταναστευτικό και σκεπτόμαστε ποιά καλαμπουράκια θα πει ο κ.Τράγκας κοντράροντας την κ. Μακρή ξαφνικά έρχεται το πακέτο με τα μισθολογικά. Καμμιά δεκαριά σελιδούλες με νούμερα, στα οποία βέβαια οι δημοσιογράφοι δεν τα πάνε και τόσο καλά. Άντε να τα καταλάβεις. Και επειδή δεν μπορείς, άντε να βρεις τέτοια ώρα οικονομολόγο να σου πει δυο κουβέντες. Κι άντε νε βρεις συνδικαλιστή να στα σχολιάσει. Άσε που δεν φτάνει συνδικαλιστής, θέλεις κι εκπροσώπους κομμάτων. Τι κάνουμε τώρα παιδιά;
Και εκεί που έχεις αποδεχθεί ότι το μόνο που προλαβαίνεις είναι να πάρεις κάνα δυο σκονάκια, να παπαγαλίσεις και δυο-τρία νούμερα, και να ξεγλιστρήσεις με καμμιά σαχλαμαρίτσα, έρχεται το επόμενο πακέτο, με το φορολογικό. Και πλησιάζει η ώρα του δελτίου, και τα χέρια αρχίζουν να σηκώνονται ψηλά. Και μέχρι να σηκώσεις το τηλέφωνο να ξανάρθει ο ίδιος ανόητος οικονομολόγος που και καλός νάτανε ούτε να κάνει μια ανάγνωση του σχεδίου δεν προλάβαινε, νάσου κι ο Λοβέρδος με το ασφαλιστικό. Η παράδοση είναι άνευ όρων.
Και φυσικά το ίδιο ακριβώς σκηνικό υπήρχε σ όλα τα κανάλια, τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τις εφημερίδες. Και φυσικά και στα επιτελεία των κομμάτων. Πότε να προλάβεις σε τηλεοπτικούς χρόνους να βρεις να πεις κάτι στοιχειωδώς σοβαροφανές όταν για να μελετηθούν τα δουλεμένα επί μήνες σχέδια χρειάζεσαι τουλάχιστον μια βδομαδούλα για το καθένα; Στις τηλεοράσεις μας επεκράτησε σχεδόν απόλυτη αφωνία. Το μόνο που μπόρεσαν να κάνουν οι αντιπολιτευόμενοι ήταν να επαναλάβουν την συνήθη τους προπαγάνδα, που όμως δεν μπορούσε να συγκροτήσει κανένα μέτωπο αγώνα.
Όπως μικρός διάβαζα για τις τεχνικές δημιουργικότητας, όταν οι συνήθεις σκέψεις δεν σου λύνουν ένα πρόβλημα, μπορείς να δοκιμάσεις να σκεφτείς εντελώς ανάποδα. Όταν έχεις 4 νομοσχέδια που θα προξενήσουν μεγάλες αντιδράσεις, η φυσική σκέψη είναι να ξεκινήσεις με το πρώτο, να περιμένεις να τελειώσουν οι αντιδράσεις και μετά να προχωρήσεις στο δεύτερο. Όμως το να τα απλώσεις στον χρόνο είναι ότι χειρότερο. Το καθένα θα έχει τις μέγιστες αντιδράσεις, που θα συνεχίζονται σε βάθος χρόνου.
Εδώ χρειάζεται να σκεφτείς ανάποδα. Και να δεις τι θα συμβεί αν τα σπρώξεις μαζί στο τραπέζι. Και να καταλάβεις ότι το μόνο δυνατό αποτέλεσμα είναι να σκεδαστούν οι αντιδράσεις, να μην υπάρξει σαφής στόχος, και άρα να μεγαλώσει η πιθανότητα αστοχίας των αντιδράσεων. Παρότι δεν μου αρέσουν τα παραδείγματα εκ των πολεμικών τεχνών που τόσο συνηθίζονται σήμερα, είναι χαζό να δώσεις μια γροθιά σε κάποιον και να περιμένεις ήπια αντίδραση, που όταν τελειώσει θα του δώσεις δεύτερη κοκ. Αν όμως του δώσεις τέσσερις μαζί υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να ζαλιστεί και να μην αντιδράσει καθόλου. Ο Παπανδρέου στην περίπτωση αυτή έκανε ένα coup, ακριβέστερα ένα coup de maitre. Και το coup δούλεψε.
Φυσικά το timing ήταν εξαιρετικό. Τις επόμενες μέρες θα λαμβανόντουσαν οι αποφάσεις στην Ευρώπη για το πακέτο σταθερότητας, πράγμα που μετέφερε το κέντρο ενδιαφέροντος του ελληνικού λαού στις Βρυξέλλες κάνοντας τις χθεσινές ειδήσεις παλιές, άρα ακατάλληλες για επαναπαρουσίαση απ τις τηλεοράσεις μας. Οι ανακοινώσεις πια θα ήταν δεδομένες, άρα όχι προς συζήτηση και όχι προς αντίδραση. Και σε μια βδομαδούλα όλο και θα υπάρξουν σοβαρότερες ειδήσεις απ το διαζύγιο της Μενεγάκη.
Η Ευρώπη βεβαίως έκανε μετ επαίνων αποδεκτές τις αρχές του σχεδίου σταθερότητας δηλώνοντας ότι θα στηρίξει την Ελλάδα. Μια δήλωση απλώς, αλλά πολύ σημαντική για τις αγορές. Το σχέδιο είχε ολοκληρωθεί. Όπως ακριβώς είχε πει ο κ. Πάγκαλος, μιλάμε για NBA. Ο Πάγκαλος, που ήταν εξέχον στέλεχος των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου και που ήξερε την μαστοριά του. Την οποία σαφέστατα όχι απλώς επαναλαμβάνει αλλά ξεπερνά ο Γιώργος.
Μ αυτές τις σκέψεις ξεκίνησα στις 11 Φεβρουαρίου να σας γράψω για το σχέδιο αυτό για να το προλάβετε ζεστό. Και έχοντας την τηλεόραση ανοικτή ξαφνικά βλέπω στο υπουργικό συμβούλιο ένα Παπανδρέου συνοφρυωμένο να κατηγορεί ανοικτά την προηγούμενη κυβέρνηση αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και να μιλάει για εξεταστική επιτροπή που θα βρει τι έγινε με τα ψευδή στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Ευρώπη, και να μιλάει για την Ευρώπη που δεν έλεγξε επαρκώς την προηγούμενη κυβέρνηση.
Φυσικά σταμάτησα να γράφω, αφού δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει. Το ότι αυτά που σκεπτόμουν ήταν σωστά δεν μπορούσα να το αμφισβητήσω. Δεν μπορούσε να είναι τυχαίο γεγονός η ανακοίνωση τεσσάρων νομοσχεδίων σε μια μέρα. Και η μόνη πιθανότητα επιλογής τέτοιου σχεδίου περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που σας περιέγραψα. Ο συγχρονισμός με τις Ευρωπαϊκές αποφάσεις για στήριξη επίσης δεν μπορεί να ήταν τυχαίος.
Ναι αλλά τώρα τα πράγματα είναι ακατανόητα. Έχεις απέναντί σου μια ΝΔ που ήδη έχει δηλώσει ότι θα σε στηρίξει, που δεν κάνει πολλές φασαρίες παρά μόνο για την τιμή των όπλων και που την έχεις αιφνιδιάσει απολύτως με την ταυτόχρονη ανακοίνωση των σχεδίων. Γιατί να της επιτεθείς με την αναγγελία της εξεταστικής επιτροπής που θα την εξαγριώσει και θα την κάνει να πολεμήσει υποχρεωτικά, αφού στην εναλλακτική περίπτωση θα κοπεί στα δυο; Και γιατί να επιτίθεσαι στη Ευρωπαϊκή Ένωση που μόλις σε στήριξε; Καλά, πέταξαν και μερικές κουβέντες για πρόσθετα μέτρα αλλά αυτό και αναμενόμενο, και επιθυμητό είναι αφού χρειάζεται να πεισθεί ο ελληνικός λαός για την σοβαρότητα της κατάστασης. Το σχέδιό σου πέτυχε, γιατί δεν κάθεσαι ήσυχος να δουλέψεις στην εφαρμογή των σχεδίων, να παρουσιάσεις καλά αποτελέσματα μέχρι τον Μάρτιο και να πάρουμε μια ανάσα που τόσο χρειαζόμαστε;
Παρότι τα spreads που αφού κατέβηκαν μέχρι το 260 ξανανέβηκαν στα 290 είχαν αρχίσει να με υποψιάζουν τα πράγματα μου ήταν ασαφή μέχρι την καθαρή Δευτέρα. Μέχρι που ανακοινώθηκε η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είδηση των New York Times ότι οι Goldman Sachs είχαν κάνει πρόταση στον Παπανδρέου να συγκαλύψουν μέρος του χρέους χρησιμοποιώντας σύνθετα προϊόντα τους, όπως ακριβώς και επί Σημίτη και Καραμανλή – μόνο που αυτή τη φορά η πρότασή τους απερρίφθη.
Για όσους ασχολούνται με τα θέματα αυτά η πρόταση αυτή των Goldman Sachs δεν αποτελεί καν είδηση. Πρόκειται για παράγωγα προϊόντα (derivatives), στην περίπτωσή μας για swaps που έπαιζαν με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και την διαφορά σταθερών και κυμαινομένων επιτοκίων και των χρόνων και τρόπων αποπληρωμής. Και όπως ακόμη και αυτοί που δεν πολυασχολούνται με τα οικονομικά έμαθαν εδώ και δυο χρόνια, τα παράγωγα, των οποίων η χρήση υπήρξε εξαιρετικά εκτεταμένη ήταν μια απ τις βασικές αιτίες της παγκόσμιας κρίσης (διαβάστε το σχετικό post).
Τα συγκεκριμένα προϊόντα που χρησιμοποίησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις πουλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν απροσπέλαστα σε οποιονδήποτε έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης απ τους Ευρωπαίους επιτηρητές μας. Αφήστε που δεν ήταν και παράνομα. Ίσως ούτε καν ανήθικα δεν μπορείς να τα πεις αφού δεν αποτελούν παρέκκλιση απ τα τρέχοντα συναλλακτικά ήθη. Όλοι τα ίδια έκαναν. Δυστυχώς σε περιόδους εκπτώσεων των ηθών, το ηθικό και το νόμιμο όντως ταυτίζονται κατά το Μεϊμαράκειον αξίωμα.
Η προέλευση της είδησης είναι ελληνική. Και μάλιστα πρέπει να είναι η ελληνική κυβέρνηση. Και το ότι πρώην στέλεχος των Υπηρεσιών Ελέγχου του χρέους επί ΠΑΣΟΚ, ο κ. Χ. Σαρδέλης είναι η κύρια πηγή των δημοσιογράφων το επιβεβαιώνει. Και το ερώτημα είναι τι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο.
Μια μόνο απάντηση μου φαίνεται εύλογη. Ο Παπανδρέου εκθέτει στα πυρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης την Goldman Sachs και δι αυτής το σύνολο των επενδυτικών τραπεζών της Wall Street, που είναι κυρίως οι παίκτες που κερδοσκοπούν επί της ελληνικής ανυποληψίας. Στο ίδιο άρθρο των New York Times αναφέρεται χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο και η JP Morgan. Φυσικά αναφέρεται πάλι χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία ότι αντίστοιχα πακέτα έχει πάρει και η Ιταλία και η Ισπανία και η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.
Η κίνηση είναι εξαιρετικά ισχυρή. Μ αυτήν ο Παπανδρέου εισάγει στο παιχνίδι των πλαστών στοιχείων και μια σειρά άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αλλά δεν είναι αυτό το κύριο στοιχείο. Το βασικότερο είναι ότι έτσι εκθέτει την Goldman Sachs και τους υπόλοιπους στους πελάτες τους.
Αν η Goldman Sachs βοηθούσε ευρωπαϊκές χώρες να καλύπτουν τα ελλείμματά τους, αυτό προφανώς εξέθετε τους πελάτες της σε κινδύνους αφού η Ελλάδα της οποίας αγόραζαν ομόλογα ήταν σε χειρότερη θέση από εκείνη που πίστευαν. Η Goldman Sachs και οι υπόλοιπες της παρέας έδιναν αξιολογήσεις (η Goldman Sachs μπορεί να μη κάνει αξιολογήσεις κρατών αλλά κάνει αξιολογήσεις τραπεζών για παράδειγμα) στις οποίες η Ελλάδα κατετάσσετο στην Α+++ κατηγορία βασισμένες σε μαγειρέματα στοιχείων που οι ίδιες έκαναν.
Και η επιλογή του οίκου είναι εξαιρετική. Η Goldman Sachs βρίσκεται και στο στόχαστρο επιτροπών της Αμερικανικής Γερουσίας για παράνομες ή έστω αμφιλεγόμενες πρακτικές που σχετίζονται και με την προς ίδιον όφελος χρήση στοιχείων των πελατών της. Μ ένα παράξενο τρόπο ο Παπανδρέου ανταποδίδει τα χτυπήματα της εκ Wall Street κερδοσκοπίας σε βάρος της Ελλάδας με τις πλάτες του Obama. Κι ένα ενδιαφέρον κερασάκι στην τούρτα: επικεφαλής της έρευνάς κατά της Goldman Sachs στην Αμερική είναι ο πρώην state treasurer, κάτι σαν Υπουργός Οικονομικών της California, ο κ. Phil Angelides.
Όπως υποθέτω ότι ήδη αντιλαμβάνεστε ο Παπανδρέου αντεπιτίθεται ανοίγοντας το παιχνίδι όσο πάει. Παίζει ρέστα. Αν πρόκειται η Ελλάδα να πληρώνει μεγάλα spreads και να κινδυνεύει με κατάρρευση αυτό δεν θα συμβεί ακινδύνως για τους οίκους αξιολόγησης και τις επενδυτικές τράπεζες. Και όχι μόνον. Η Eurostat ασφαλώς αποτελεί ένα από τους κόμπους που θα βρει ξετυλίγοντας το κουβάρι της η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής. Και οι αλλόφυλοι θα καταπλακωθούν μαζί μας απ την κατάρρευση του οικοδομήματος στο οποίο μας αλυσόδεσαν.
Το παιχνίδι γίνεται πλανητικό. Η Ελλάδα, όπως πρωτοείπε ο Γιώργος και ήδη έχουν δεχθεί όλοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι το σημείο επίθεσης του δολαρίου εναντίον του ευρώ. Επομένως, απολύτως λογικά ο Παπανδρέου κτυπά τον σκληρό πυρήνα του δολαρίου, την Wall Street. Ξεκινάει με την είδηση των New York Times και απειλεί με συνέχεια της επίθεσης δια της Εξεταστικής Επιτροπής. Απειλεί να εκθέσει όσο πάει τις επενδυτικές τράπεζες, τους οίκους αξιολόγησης κι ακόμη και την Eurostat. Και αναγκάζει την υπόλοιπη Ευρώπη να συνταχθεί μαζί του, αφού όλη την Ευρώπη αφορά η μάχη. Και έχει και αμερικανική στήριξη.
Η επιβεβαίωση είναι ευχερέστατη. Οι δυο Jean Claude της Ευρώπης, o Yunker και ο Trichet, επικεφαλής του Eurogroup και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δηλώνουν το ίδιο απόγευμα ότι θα στηρίξουν την Ελλάδα και ότι δεν πρόκειται να ανακοινώσουν πώς. Η στήριξη θα είναι με ad hoc μέτρα. Δεν σας λέμε πώς κύριοι κερδοσκόποι, γιατί αν σας πούμε θα προφυλαχτείτε. Δηλαδή πόλεμος.
Ο Παπανδρέου την πέφτει στους οίκους που κερδοσκοπούν επί της ελληνικής οικονομίας φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με τους ίδιους τους πελάτες τους αλλά και με την Ευρώπη που αναγκάζεται να συνταχθεί μαζί του. Απλώνει την φωτιά σε όλη την Ευρώπη αλλά και πέραν του Ατλαντικού. Κάνει δηλαδή ότι επί χρόνια κάνει το Ισραήλ με τους Άραβες τους οποίους πιέζοντας ωθεί σε τρομοκρατικές πράξεις εκτός του Ισραήλ με αποτέλεσμα να δημιουργεί μια συμμαχία εναντίον τους. Η θέση της Ελλάδος ενισχύεται εξαιρετικά. Ή οι οίκοι θα πάνε πάσο και θα δούμε τα spreads να πέφτουν σιγά-σιγά, ή θα επέμβει η Ευρώπη με ad hoc μέτρα να τα ρίξει, και μάλιστα πριν προλάβει να κάνει αξιολογήσεις της πορείας της Ελλάδας.
Όσον αφορά την Ευρώπη, υπάρχει ακόμη μια πτυχή. Ο Παπανδρέου ο ίδιος, όπως έχει προ καιρού δηλωθεί ζητά την συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην ομάδα επιτήρησης της Ελλάδας. Αν τα πορτοκάλια της Ευρώπης δεν είναι της ποιότητας που χρειάζεται, υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικής σύλληψης, εκτέλεσης και τόλμης πολιτικό παίγνιο. Φυσικά δεν μπορώ να ξέρω αν τελικώς θα δουλέψει. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι οι πιθανότητές μας να την βγάλουμε καθαρή αυξάνονται πολύ. Και ξέρω επίσης και κάτι άλλο, που ίσως σας φανεί υπερβολικό άρα θα μου συγχωρήσετε την προσπάθεια εξήγησης στην επόμενη παράγραφο.
Στους κύκλους που μελετούν την πολιτική συχνότατα τίθεται το θέμα της ηγεσίας και της κυριαρχίας. Συγχωρήστε μου την εναλλακτική χρήση των όρων αλλά οι διαφορές δεν μας αφορούν στο τρέχον σημείωμα. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι ηγέτης είναι αυτός που καθορίζει την agenda. Μ αυτήν όμως την αντίληψη ο Παπανδρέου αυτή την στιγμή ηγείται της Ευρώπης. Η Ελλάδα παύει να είναι το κακό παιδί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γίνεται πρωτοπόρος στο εξαιρετικά σημαντικό παίγνιο της ρύθμισης του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος. Ανεξάρτητα απ την τελική επιτυχία αυτού του σχεδίου, ο Παπανδρέου ξεπερνάει τις προσδοκίες μου. Όχι μόνο έμαθε απ τον πατέρα του τα κόλπα, αλλά κάνει κι άλλα που ξεπερνάν κατά πολύ την εμβέλεια των πατρικών χειρισμών.
Η Ελλάδα απ την μεταπολίτευση και μετά είχε μια παράδοση εξαιρετικών ηγετών ανεξάρτητα απ το αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί μαζί τους – και βέβαια είναι αδύνατον να συμφωνεί κανείς με όλους. Μετά την παρένθεση Καραμανλή όπου είχαμε για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά την ηγεσία που μας άξιζε τέτοιοι πού ‘μαστε, η Ελλάδα έχει ξανά ένα πρωθυπουργό που μπορεί όχι απλώς να παίξει δύσκολα παιχνίδια, αλλά και να τα εισαγάγει και να επιβάλει στους υπόλοιπους να παίξουν μαζί του με τον τρόπο που θέλει αυτός. Κι όχι μόνον. Έχει κάποιον που ξεπερνάει όλους τους προηγούμενους συνδυάζοντας τις αρετές τους. Μέσα στα χάλια μας, είμαστε πολύ τυχεροί.
ΥΓ. 1. Το κείμενο αυτό γράφτηκε δυο μέρες πριν απ την ημερομηνία που βλέπετε στο blog. Μόλις έμαθα στις ειδήσεις ότι επιτέλους η Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε δια του εκπροσώπου του Olli Rehn ότι και ευρωπαϊκό σχέδιο υπάρχει για την Ελλάδα και έχουν μαζευτεί πόροι που θα χρησιμοποιηθούν μόλις η Ελλάδα το ζητήσει. Για να δούμε.
ΥΓ. 2. Αφού είχα αναρτήσει ήδη το κείμενο, σκέφτηκα να ψάξω λίγο για τον κ. Phil Angelides. Το κερασάκι στην τούρτα γλυκαίνει, γιατί στην σελίδα του FreeBase που αφορά τον κ. Angelides υπάρχουν 4 συσχετιζόμενα πρόσωπα. Ένα απ αυτά είναι ο Γ. Παπανδρέου. Ενδιαφέρον, ε;
Πηγή: http://www.freebase.com/view/en/phil_angelides
Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010
Εκλογικός νόμος. Μέρος Β, το νέο σύστημα, κριτική και μια πρόταση.
Αφού όπως ελπίζω ξεκαθαρίσαμε το θέμα της ενίσχυσης του πρώτου κόμματος, καιρός είναι να δούμε τις αλλαγές που θα επιβάλλει στα εκλογικά μας ήθη ο νέος εκλογικός νόμος. Με δεδομένο ότι ακόμη δεν έχει προταθεί, οι σκέψεις που ακολουθούν σχετίζονται μόνον με τις αρχές που φαίνεται ότι θα έχει κι όχι φυσικά με τις λεπτομέρειές του, που δεν έχουν όμως και μεγάλη σημασία. Αν βέβαια προκύψουν σημαντικά στοιχεία απ τις λεπτομέρειες θα επανέλθω.
Το γερμανικό σύστημα παραλλαγή του οποίου φαίνεται ότι υιοθετεί η κυβέρνηση έχει μερικά χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν πολύ σοβαρά απ όποια μέχρι σήμερα είχαμε. Ας δούμε λοιπόν τα βασικά του στοιχεία.
Στην Γερμανία οι περιφέρειες είναι μονοεδρικές. Ο ψηφοφόρος παίρνει δυο ψηφοδέλτια. Απ το ένα επιλέγει τον βουλευτή που θα εκπροσωπεί την περιφέρειά του. Οι μισοί βουλευτές της budenstag επιλέγονται μ αυτό τον απευθείας τρόπο. Απ το δεύτερο ψηφοδέλτιο ο πολίτης επιλέγει το κόμμα της προτίμησής του. Το ποσοστό ψήφων του κόμματος, με απολύτως αναλογικό τρόπο καθορίζει το σύνολο των εδρών του κόμματος. Απ το σύνολο αυτό αφαιρούνται οι έδρες που έχει ήδη πάρει το κόμμα απ την απευθείας εκλογή των βουλευτών (με το πρώτο δηλαδή ψηφοδέλτιο). Η διαφορά συμπληρώνεται από βουλευτές που προκύπτουν από λίστα του κόμματος. Αν ένα κόμμα έχει υπερκαλύψει τις έδρες του απ το πρώτο ψηφοδέλτιο, αυξάνεται ο συνολικός αριθμός εδρών στο κοινοβούλιο ώστε να ισχύει η αναλογικότητα. Το όριο εισόδου ενός κόμματος στην βουλή είναι 5%.
Το σύστημα είναι περίπλοκο αλλά είχε σχεδιαστεί για να αναπαραγάγει τις αρετές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης χωρίς τα ελαττώματά της. Έτσι προκρίθηκε μεν η απλή αναλογική, αλλά μπήκε το όριο του 5% ώστε να αποφευχθεί η πολυδιάσπαση των ψήφων. Υπενθυμίζω την παρατήρηση του προηγούμενου post ότι τα όρια δρουν εναντίον της αναλογικότητας προσφέροντας ενίσχυση στους μεγαλύτερους. Επελέγη η κομματική λίστα αλλά μπήκαν και οι μονοεδρικές περιφέρειες. Ο λόγος για την επιλογή των μονοεδρικών περιφερειών και την απευθείας εκλογή βουλευτών ήταν ότι έτσι θεωρήθηκε ότι θα βελτιωνόταν η λογοδοσία των βουλευτών στους ψηφοφόρους τους και θα ελαττωνόταν η υπακοή προς το κομματικό κέντρο που κυρίως δεινά είχε προκαλέσει. Μελέτες έχουν αποδείξει ότι όντως το αποτέλεσμα αυτό επετεύχθη.
Μια τελευταία κρίσιμη πρόνοια του γερμανικού συστήματος είναι ότι επιβάλλεται δια νόμου η εσωκομματική δημοκρατία. Αυτό λειτουργεί αντισταθμιστικά προς την ισχύ του κομματικού κέντρου, ισχύ που καθορίζεται απ το ότι δεν υπάρχει σταυρός προτίμησης. Μ αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η μετατροπή των κομμάτων σε μαντριά, για να χρησιμοποιήσω την Αβερώφεια έκφραση.
Η ελληνική παραλλαγή φαίνεται ότι θα έχει τις παρακάτω διαφορές απ το πρωτότυπο:
• Οι έδρες θα επιλέγονται κατά 60% απ τις μονοεδρικές και κατά 40% απ τις κομματικές λίστες.
• Θα υπάρχει ένα ενδιάμεσο σκαλοπάτι μεταξύ μονοεδρικής περιφέρειας και επικράτειας, η ευρεία περιφέρεια. Έτσι, για παράδειγμα 180 έδρες θα προκύπτουν απ τις μονοεδρικές, 100 απ τις ευρείες περιφέρειες και 20 απ την επικράτεια.
• Θα [αραμείνει το όριο του 3%.
• (Υποθέτω ότι) δεν θα υπάρξει νομική πρόβλεψη για την εσωκομματική δημοκρατία αφού κάτι τέτοιο θα έτεινε να θεωρηθεί παρέμβαση στα εσωτερικά των κομμάτων που αυτοαποκαλούνται επαναστατικά και επομένως θα προξενούσε πολύ ισχυρές αντιδράσεις.
Απ τις διαφορές αυτές μόνον η τέταρτη είναι σημαντική αφού σχετίζεται με την έλλειψη εμπιστοσύνης μας στο σύστημα και καθορίζει και το επίπεδο της πολιτικής μας ζωής. Αλλά αυτό δεν συνιστά κάτι νέο, επομένως θα περιοριστώ στα βασικά στοιχεία του πρωτοτύπου που θα περάσουν και στο δικό μας σύστημα. Το πρώτο πολύ σημαντικό απ αυτά είναι οι μικρές, οι μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες.
Ο κ. Παπανδρέου σε διάφορες συνεντεύξεις του έχει προτείνει ένα πολύ σοβαρό λόγο υπέρ των μονοεδρικών περιφερειών. Θεωρεί ότι οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες είναι το θερμοκήπιο της διαπλοκής και της διαφθοράς, και επομένως η κατάτμησή τους σε μικρότερες – και μάλιστα μονοεδρικές- θα αποδεσμεύσει την πολιτική απ την τυραννία των ΜΜΕ αλλά και θα κόψει την κορυφή της πυραμίδας της διαφθοράς. Πριν δούμε αν έχει δίκιο, ας δούμε τι εννοεί.
Σε μια μονοεδρική περιφέρεια, με το παρόν εκλογικό σύστημα τα πράγματα για τους ψηφοφόρους είναι απλά. Εφόσον μια έδρα μόνο παίζεται, υπάρχει ένας μόνον υποψήφιος του κόμματος, επομένως η προτίμηση προς το κόμμα καθορίζει απολύτως και την επιλογή βουλευτή. Ο υποψήφιος βουλευτής έχει κοινά συμφέροντα με το κόμμα του. Αν βγει το κόμμα του στην περιφέρειά του θα βγει κι αυτός. Στις πολυεδρικές όμως περιφέρειες υπάρχουν τόσοι υποψήφιοι ενός κόμματος όσες είναι και οι διαθέσιμες έδρες. Αυτό σημαίνει ότι τα πρόσωπα που θα εκλεγούν δεν είναι εξαρχής δεδομένα.
Δυο μόνον τρόποι υπάρχουν για να καθοριστούν τα πρόσωπα. Λίστα ή σταυρός. Αν τώρα θεωρήσουμε ότι ο σταυρός είναι δημοκρατικότερος απ την λίστα και τον προτιμήσουμε, δημιουργείται ένα νέο πρόβλημα. Οι υποψήφιοι ενός κόμματος δεν έχουν σαν μοναδικό τους μέλημα την υποστήριξη του κόμματός τους, αλλά αναγκάζονται να ασχοληθούν και με την προσωπική τους εκλογή. Σε περιφέρειες με πολλές έδρες, όπως για παράδειγμα η Β ή η Α Αθηνών, οι υποψήφιοι βουλευτές ξέρουν απ τις δημοσκοπήσεις το αναμενόμενο ποσοστό του κόμματός τους άρα ξέρουν και πόσοι περίπου βουλευτές θα εκλεγούν. Στην ουσία το μόνο που μένει να καθοριστεί απ τις εκλογές είναι τα πρόσωπα.
Οι υποψήφιοι σε τέτοιες περιφέρειες λοιπόν, ξέροντας ότι η οποιαδήποτε προσωπική τους προσπάθεια ελάχιστα επηρεάζει την στάση των ψηφοφόρων υπέρ του κόμματός τους, ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την ενδοκομματική διαμάχη. Κι αυτό είναι απολύτως λογικό. Εξαιρέστε τις 4-5 φίρμες του ψηφοδελτίου της Β Αθηνών του κόμματος της προτιμήσεώς σας, φέρτε στο μυαλό σας τον μέσο υποψήφιο και δείτε αν πιστεύετε ότι όσο κι αν αγωνιστεί υπέρ του κόμματός του θα επηρεάσει το ποσοστό του κόμματος στην περιφέρεια αυτή.
Το μόνο λοιπόν που έχει νόημα γι αυτόν είναι να ασχοληθεί με το πώς θα εκλεγεί ο ίδιος. Πώς μπορεί να το πετύχει αυτό;
Στο ερώτημα αυτό, καίριο για κάθε υποψήφιο βουλευτή μεγάλης περιφέρειας, έχουν δοθεί κατά καιρούς διάφορες απαντήσεις περισσότερο ή λιγότερο δημιουργικές. Δεν μπορώ να αντιπαρέλθω τον πειρασμό να σας θυμίσω τον υποψήφιο εκείνο που ως προνομιακό τόπο επικοινωνίας με τους ψηφοφόρους είχε επιλέξει τις κηδείες παρουσιαζόμενος ως παλαιός φίλος του εκλιπόντος μέχρι που κάποιοι εκνευρισμένοι τεθλιμμένοι συγγενείς τον πήραν χαμπάρι και τον έδειραν. Ανεξάρτητα όμως απ τις απαντήσεις δυο πράγματα είναι έτσι κι αλλιώς απαραίτητα: χρήματα και επικοινωνία με τους ψηφοφόρους.
Ας ξεκινήσουμε απ τα χρήματα. Σύμφωνα με το νόμο 3023/2002 και την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε το 2007 και επικαιροποίησε τα ανώτατα όρια εκλογικών δαπανών, ένας υποψήφιος στη Β΄ εκλογική περιφέρεια της Αθήνας μπορεί να ξοδέψει έως 135.000 €, στην Α΄ Αθηνών 90.000 €, στην Α΄ Θεσσαλονίκης 88.200 €, το υπόλοιπο Αττικής 81.000 € και στην Αχαΐα 75.600 €. Οτιδήποτε υπερβαίνει τα ανώτατα αυτά όρια είναι παράνομο. Όπως όμως ασφαλώς περιμένετε τα ποσά που πραγματικά ξοδεύονται είναι πολλαπλάσια. Ο επί ΠΑΣΟΚ πρόεδρος της Βουλής κ.Κακλαμάνης έχει πει ότι ο νόμος περί εκλογικών δαπανών είναι απλώς χαρτί για τον κάλαθο των αχρήστων.
Πόσα είναι τα χρήματα που πραγματικά ξοδεύονται; «Η Β΄ Αθηνών ξεκινάει από τη Βούλα και φτάνει μέχρι το Περιστέρι κι έχει 2.000.000 ψηφοφόρους και χρειάζεται να ξοδέψεις 500 εκατομμύρια δραχμές, κόντρα στους νόμους που ο ίδιος ψηφίζεις με τα κατά συνθήκη ψεύδη στη Βουλή», είχε δηλώσει πριν από μερικά χρόνια ο Κώστας Σκανδαλίδης. (Πηγή: http://www.apogevmatini.gr/?p=44037). Μιλάμε για περίπου 1.500.000 € προ δεκαετίας και βάλε, όταν ακόμη μετρούσαμε σε δραχμούλες, όταν τα ήθη ήταν λιγότερο εξημμένα και άρα οι διαδικασίες λιγότερο δαπανηρές, μιλάμε για τον κ. Σκανδαλίδη που ήταν τότε ήδη επί χρόνια εξέχον κομματικό στέλεχος με πολυετή θητεία σε υπουργεία.
Όμως αυτά τα χρήματα υπερβαίνουν κατά πολύ το σύνολο των βουλευτικών αποζημιώσεων μιας τετραετίας. Επομένως ο βουλευτής ξεκινάει την σταδιοδρομία του με υποχρεώσεις των οποίων η αποπληρωμή θα τείνει να επιβαρύνει τον δημόσιο κορβανά. Το πρόβλημα αυτό δυναμιτίζει το πολιτικό μας σκηνικό εδώ και πολλά χρόνια.
Ας πάμε όμως πέρα απ την διαφθορά, στην διαπλοκή. Ο λόγος για τον οποίο οι υποψήφιοι βουλευτές χρειάζονται χρήματα είναι για να μπορέσουν να κάνουν ικανοποιητική προεκλογική εκστρατεία, που είναι μια διαφημιστική εκστρατεία σαν όλες τις άλλες. Αλλά οι σοβαρές διαφημιστικές εκστρατείες χρειάζονται τα ΜΜΕ, κι αυτά βέβαια είναι πανάκριβα. Εκτός κι αν η εκστρατεία δεν φαίνεται να είναι διαφημιστική αλλά πολιτική, που στο κάτω κάτω είναι. Και δεν μιλάμε πια για διαφημιστικά σποτάκια των 30 δευτερολέπτων, μιλάμε για ωριαίες διαφημίσεις, συγγνώμη, εκπομπές συζητήσεων, που όμως δεν χρειάζεται να πληρώσει κανείς. Φυσικά για μια τόσο μεγάλη εξυπηρέτηση κάτι θα πάρουν και οι ιδιοκτήτες των μέσων, που συνήθως συμμετέχουν και σε εταιρείες που συνήθως συμμετέχουν στους διαγωνισμούς δημοσίων έργων για τους οποίους συνήθως αποφασίζουν οι πολιτικοί που εμφανίζονται στα μέσα.
Ο νέος εκλογικός νόμος λοιπόν κατά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, θέλει να περιορίσει την διαφθορά και την διαπλοκή. Το σκεπτικό είναι ότι στις μονοεδρικές περιφέρειες, αφού δεν υπάρχουν ανταγωνιστές απ το ίδιο κόμμα, ούτε πολλά λεφτά χρειάζονται ούτε τόσο μεγάλες διαφημιστικές εκστρατείες αφού όλοι οι πολίτες γνωρίζουν προσωπικά τους υποψηφίους. Οι υποψήφιοι επιλέγονται απ το κόμμα, άρα όχι απ τα ΜΜΕ. Ψηφίζονται αν ψηφιστεί το κόμμα. Και οι υπόλοιποι βουλευτές θα βγαίνουν απ τις λίστες της περιφέρειας για τις οποίες και πάλι αποφασίζει το κόμμα. Λογικό φαίνεται.
Φοβάμαι όμως ότι δεν είναι. Φοβάμαι πως το καλύτερο που έχει να καταφέρει ο νέος νόμος είναι να αλλάξουν τα πρόσωπα των συναλλασσομένων και των διαπλεκομένων. Τίποτε άλλο.
Ας αφήσουμε προς στιγμήν την διαφθορά που σχετίζεται με τα χρήματα που ξοδεύουν οι υποψήφιοι κι ας μείνουμε στην διαπλοκή. Για να καταλάβουμε πώς θα επιδράσει ο νέος εκλογικός νόμος εδώ χρειάζεται να σκεφτούμε το εξής: μήπως θα σταματήσουν οι πολιτικές εκπομπές;
Η απάντηση φυσικά είναι όχι. Και φυσικά, σ αυτές θα εξακολουθήσουν να πηγαίνουν κάποιοι πολιτικοί που πάλι θα επιλέγονται απ τα μέσα και τους ιδιοκτήτες τους. Και πάλι θα υπάρχει πολύ σοβαρό κίνητρο για τους πολιτικούς να συμμετέχουν σ αυτές τις εκπομπές, μόνο που τώρα δεν θα είναι η εκλογή τους αλλά η προαγωγή της ισχύος τους μέσα στο κόμμα. Εξάλλου και σήμερα απ τους βουλευτές της Α και Β Αθηνών, Πειραιώς και Θεσ/νίκης αναδεικνύονται όλοι οι σημαντικοί κομματικοί παράγοντες.
Τα μέσα θα αναδεικνύουν λοιπόν και πάλι τα πρόσωπα που έτσι θα αποκτούν ισχύ μέσα στο κόμμα και θα εξελίσσονται σε μικρότερης ή μεγαλύτερης ισχύος ηγέτες, και ή θα εκλέγονται απευθείας απ τον λαό στις μονοεδρικές λόγω διασημότητας ή θα εκλέγονται επειδή θα βρίσκονται σε καλή θέση στις λίστες, θέση που δικαιωματικά θα παίρνουν απ το γεγονός ότι έχουν πρόσβαση στα μέσα άρα υψηλό προφίλ. Τι θα αλλάξει; Το μόνο που μπορεί να αλλάξει είναι ότι αυτά τα πρόσωπα τώρα δεν θα ανήκουν ενδεχομένως στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά θα είναι ομαλότερα κατανεμημένοι γεωγραφικά. Η διαπλοκή ενδεχομένως θα αποκεντρωθεί. Ενδεχομένως δε το έργο των ΜΜΕ θα είναι και ευκολότερο για ένα λόγο που θα αναφέρω σε λίγο.
Πάμε τώρα στην οικονομική διαφθορά. Νομίζω ότι ασφαλώς η απουσία εσωκομματικού ανταγωνισμού θα ελαττώσει σε πρώτη φάση τα χρήματα που ξοδεύουν οι υποψήφιοι άρα και την υπόγεια συναλλαγή. Όμως ούτε η ύπαρξη ανθρώπων διατιθέμενων να προσφέρουν χρήματα σε πολιτικούς, ούτε πολιτικών που θέλουν να αναδειχθούν ξοδεύοντάς τα δεν εξαρτάται απ τον εκλογικό νόμο. Επομένως δεν μπορώ να είμαι εξαιρετικά αισιόδοξος για το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα. Οι πολιτικοί απλώς δεν θα ξοδεύουν λεφτά σε φυλλάδια και SMS αλλά θα τα χρησιμοποιούν για συνεστιάσεις, ομιλίες, συνέδρια και τα τοιαύτα. Κι όχι βέβαια μόνον στην περιφέρειά τους αλλά σε όλη την επικράτεια κάνοντας εισπήδηση στα χωράφια άλλων βουλευτών που όμως θα είναι πια οπαδοί τους, αφού αυτοί θα είναι ηγέτες. Κι αυτό θα διευκολύνει τους συναλλασσόμενους γιατί τα λεφτά αυτά θα έχουν πιο ομοιόμορφη κατανομή στην περίοδο μεταξύ εκλογών στην οποία δεν θα ήταν εύκολο να επιβληθούν ανώτατα όρια δαπανών.
Το κλειδί του προβλήματος είναι ότι και τα ΜΜΕ και οι χρηματοδότες των υποψηφίων βουλευτών των μεγάλων περιφερειών δεν ενδιαφέρονται απλώς για ένα βουλευτή. Ενδιαφέρονται για ηγετικά στελέχη των κομμάτων, στελέχη που μπορούν να επηρεάσουν αποφάσεις, ενδεχομένως και αποτελέσματα εκλογών. Με δεδομένο ότι ασφαλώς τέτοια στελέχη δεν θα εκλείψουν και ότι ασφαλώς θα έχουν επαφές με τους διάφορους ισχυρούς παράγοντες της οικονομίας το παιχνίδι της διαφθοράς αλλά και της διαπλοκής είναι ανοικτό. Ναι, συμφώνησα ήδη ότι για κάποιο χρονικό διάστημα η αλλαγή του νόμου θα επηρεάσει την διαφθορά, αλλά θα ήθελα εδώ να προσθέσω τρεις παρατηρήσεις.
Η πρώτη είναι ότι τελικώς ο μοναδικός λόγος για τον οποίο κάτι θα αλλάξει είναι ότι η επιλογή των υποψηφίων βουλευτών θα γίνεται απ το κόμμα κι όχι απ το κοινό που επηρεάζεται απ τα χρήματα και τα ΜΜΕ. Δηλαδή η λίστα αντί του σταυρού. Αλλά αυτό και πρόβλημα δημοκρατικότητας έχει και επιτέλους δεν θα χρειαζόταν τόσο μεγάλη αλλαγή του εκλογικού νόμου για να επιβληθεί η λίστα.
Η δεύτερη είναι ακόμα απλούστερη. Η λίστα θα δουλέψει με την προϋπόθεση ότι το κόμμα παράγει καλύτερης ποιότητας υποψήφιους απ τον κόσμο. Αλλά αυτή η προϋπόθεση δεν ισχύει παρά μόνο αν οι ηγεσίες των κομμάτων, που ή επιλέγουν τους υποψήφιους ή επηρεάζουν καθοριστικά την επιλογή τους είναι έντιμες. Πιστεύω ότι ο κ. Παπανδρέου και έντιμος είναι και άριστες προθέσεις έχει. Όμως ένα εκλογικό σύστημα, όπως στο προηγούμενο post έγραφα, πρέπει να είναι μόνιμο και να μην εξαρτάται απ τα πρόσωπα των αρχηγών, αλλιώς δεν μπορεί να παιχτεί το εκλογικό παίγνιο απ το λαό με τρόπο που να αντισταθμίζει τις όποιες αδικίες του συστήματος, αδικίες που με βεβαιότητα εμφιλοχωρούν σε οποιοδήποτε σύστημα.
Δεν θα ήθελα φυσικά να νομίσετε ότι σ αυτό το σημείο συμφωνώ με την κριτική του κ. Σαμαρά που κριτικάρει το νέο σύστημα με το επιχείρημα ότι δίνει ισχύ στον αρχηγό. Αν ο ίδιος ο κ. Σαμαράς θέλει, μπορεί να επιβάλει δημοκρατικές διαδικασίες επιλογής υποψηφίων στο κόμμα του πράγμα που θα καταργεί τα προβλήματα που λέει πως φοβάται στο κόμμα του. Όσο για τα άλλα κόμματα, ποιο νόημα μπορεί να έχει ο λόγος του κ. Σαμαρά;
Τρίτη και τελευταία παρατήρηση. Επιλογή από μικρές περιφέρειες σημαίνει επιλογή από τους «πρώτους στο χωριό», που θα μπορούσαν κατά πώς μας διδάσκει η παροιμία να είναι τελευταίοι στην πόλη. Επιπλέον πιστεύω ότι ο τοπικισμός στον τόπο μας χρειάζεται εξασθένηση κι όχι ενίσχυση. Και φυσικά, με δεδομένη την αποκέντρωση που θα εισαγάγει ο Καλλικράτης και το χρήμα που θα ρεύσει στην περιφέρεια, οι ισχυροί παράγοντες περιοχών θα είναι πολύ ευάλωτοι σε πιέσεις των συντοπιτών τους. Κι ακόμη κι αν το ρουσφέτι στην στενή του έννοια μπορεί να καταπολεμηθεί από τον νόμο για τις προσλήψεις μόνον μέσω ΑΣΕΠ, ασφαλώς διέξοδοι πελατειακής πολιτικής θα υπάρχουν. Και φυσικά, λιγότερο ικανοί άνθρωποι είναι πάντα πιο ευάλωτοι σε διαφθορά και διαπλοκή την οποία μάλιστα δεν μπορούν καθόλου να ελέγξουν.
Ας πάμε τώρα στο τελευταίο σημαντικό χαρακτηριστικό του νέου εκλογικού νόμου. Την διπλή ψήφο, σε κόμμα και σε βουλευτή. Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να ψηφίζουμε κάποιο κόμμα για κυβέρνηση, αλλά να ψηφίζουμε βουλευτή άλλου κόμματος για αντιπρόσωπό μας. Κάτι τέτοιο μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά έχει υπέρ αυτού ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Ο πολίτης μπορεί έτσι να αποφασίζει υπέρ συγκεκριμένων προσώπων, δηλαδή ουσιαστικά να σταυροδοτεί τα πρόσωπα εκείνα στα οποία έχει εμπιστοσύνη και μάλιστα ανεξαρτήτως κόμματος. Παρότι αυτό φαίνεται παράδοξο, νομίζω ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμο και σημαντικό, θα ήθελα δε να το δω να τονίζεται.
Συνοψίζω: Ο νέος εκλογικός νόμος έχει ένα σεβαστό σκεπτικό που το υποστηρίζει, έχει στόχευση, έχει κάποια προτερήματα αλλά έχει και ελαττώματα που νομίζω ότι τελικώς θα αποδειχθούν πολύ ισχυρά. Μπορούμε να περιμένουμε τουλάχιστον στις δυο-τρεις πρώτες εφαρμογές του μια μείωση των δαπανών των βουλευτών εξαιτίας των μονοεδρικών περιφερειών, κι επομένως μείωση της διαφθοράς. Μπορούμε επίσης να περιμένουμε μια ανανέωση στο πολιτικό προσωπικό επειδή κάποιοι απ τους παλαιότερους δεν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις νέες συνθήκες. Το πολιτικό αποτέλεσμα, δια της απευθείας επιλογής βουλευτή θα είναι πιο ώριμο λόγω της δυνατότητας που δίνεται στον κόσμο να επιλέξουν βουλευτές άλλων κομμάτων απ αυτό που ψηφίζουν. Όμως οι μονοεδρικές περιφέρειες θα τείνουν να αντισταθμίσουν αυτή την βελτίωση ποιότητας και η διαφθορά απ τους ισχυρούς θα τείνει να αντικατασταθεί από τοπικιστική μυωπία και την συνεπαγόμενη απ αυτήν μικροδιαφθορά. Και η μειωμένη ικανότητά τους θα τους καθιστά πιο ευπρόσβλητους στην διαπλοκή που δεν θα επηρεαστεί.
Έχουμε λοιπόν ένα εκλογικό σύστημα που παρά τις καλές προθέσεις δύσκολα μπορεί να βελτιώσει σοβαρά την πολιτική μας ζωή, παρότι είναι καλύτερο απ το υπάρχον. Μήπως λοιπόν θα μπορούσαμε να έχουμε κάτι ακόμη καλύτερο; Η απάντησή μου είναι καταφατική, και νομίζω πως είναι ευκαιρία εδώ να σας αναφέρω σε γενικές γραμμές μια παλιά άποψή μου για εκλογικό νόμο που όπως νομίζω θεραπεύει τα προβλήματα του ισχύοντος χωρίς να εισάγει νέα που θα μειώνουν τις βελτιώσεις.
Συμφωνώντας με τον κ. Παπανδρέου πιστεύω ότι ο εκλογικός νόμος θα έπρεπε να προβλέπει δυο είδη ψήφων που για πρακτικούς λόγους, επειδή δεν διαθέτουμε την πολυτέλεια της ψήφου μέσω υπολογιστικών συστημάτων, θα έπρεπε να μπαίνουν στον ίδιο φάκελο. Το πρώτο ψηφοδέλτιο, ακριβώς όπως προτείνει η κυβέρνηση, θα αφορούσε το κόμμα που θέλουμε να κυβερνήσει, και για το οποίο θα ισχύει η λογική του γερμανικού μοντέλου, δηλαδή θα καθορίζει το ποσοστό εδρών με ενισχυμένη αναλογική στα επίπεδα πχ του νόμου Σκανδαλίδη.
Εκτός απ αυτό το ψηφοδέλτιο όμως, θα υπήρχε και δεύτερο ψηφοδέλτιο, επικρατείας αυτή τη φορά, με το οποίο, πάλι σαν το γερμανικό μοντέλο μπορούμε να ψηφίζουμε και απευθείας βουλευτή ή βουλευτές, που όμως, σε διαφοροποίηση απ το γερμανικό, υποχρεωτικά θα ανήκουν σε άλλο κόμμα απ αυτό που ψηφίσαμε.
Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής είναι πάρα πολλά.
Διατηρεί τον σταυρό και επομένως τα πλεονεκτήματα της λαϊκής επιλογής προσώπων.
Κλείνει τα παράθυρο στο ρουσφέτι απ τη στιγμή που ο σταυρός δίνεται σε υποψήφιο άλλου κόμματος.
Προωθεί τις συναινέσεις, αφού κάθε υποψήφιος θα κοιτάζει να γίνει αρεστός όχι στους ψηφοφόρους του δικού του κόμματος -τελικά τους σκληροπυρηνικούς, αλλά στους ψηφοφόρους των άλλων κομμάτων.
Αναγκάζει τα κόμματα να επιλέγουν υποψήφιους βουλευτές όχι με βάση την προσήλωσή τους στο κόμμα αλλά με κριτήρια ποιότητας ώστε να γίνονται αποδεκτοί από αντιπάλους.
Εκτός απ την διαφορά ποιότητας, που προφανώς μειώνει και την ροπή προς διαφθορά, δυσκολεύει τους χειρισμούς των ΜΜΕ για να πετύχουν την διαπλοκή αφού διαχέει τους στόχους.
Νομίζω ότι ένα τέτοιο σύστημα θα βελτίωνε πολύ αποτελεσματικά το πολιτικό μας σκηνικό. Θα άλλαζε πρωτίστως τα πολιτικά μας ήθη κι αυτό είναι σημαντικότερο κι απ τα πρόσωπα, κι απ την διαφθορά και την διαπλοκή, αλλά και από τις ιδεολογίες καθεαυτές. Αλλά δυστυχώς περαιτέρω σκέψεις δεν αφορούν τον χώρο του εφικτού αφού όπως φαίνεται το νέο εκλογικό μας σύστημα, με το οποίο δεν πολυσυμφωνώ αλλά δεν έχω και σοβαρές αντιρρήσεις, είναι δεδομένο.
Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010
Εκλογικός νόμος. Μέρος Α, περί δικαίου.
Aς ξεκινήσουμε με μια ευχάριστη παρατήρηση. Ευτυχώς εδώ και αρκετά χρόνια έχουμε ξεπεράσει το επίπεδο της αλλαγής των εκλογικών νόμων στο παρά πέντε των εκλογών ώστε να μετασχηματίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το input των δημοσκοπήσεων σε βουλευτικές έδρες του κυβερνητικού στρατοπέδου. Οι αλλαγές γίνονται, κι αυτό δεν είναι καλό. Τουλάχιστον όμως γίνονται στην αρχή κάθε κυβερνητικής θητείας, κι αυτόν τον κανόνα ακολουθεί κι ο Παπανδρέου. Για πρώτη φορά όμως η αλλαγή μοντέλου που προτείνει η κυβέρνηση είναι ουσιώδης και σχετίζεται και με κάποια λειτουργικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας μας.
Απ την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα οι εκλογικοί νόμοι κράτησαν μερικά σταθερά χαρακτηριστικά τα κυριότερα απ τα οποία είναι ότι:
• Με μια ψήφο αποφασίζουμε ταυτόχρονα για την εκτελεστική και την νομοθετική μας εξουσία, δηλαδή την κυβέρνηση και την Βουλή.
• Όλα κράτησαν το 3% ως όριο εισόδου των κομμάτων στην βουλή.
• Όλα τα συστήματα είχαν την μορφή μιας αρκετά ενισχυμένης αναλογικής.
• Οι εκλογικές περιφέρειες ήταν περίπου σταθερές.
• Η ψήφος προς τον βουλευτή καθόριζε την ψήφο στο κόμμα του.
Το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό, δηλαδή η μια ψήφος που αφορά ταυτόχρονα και την Βουλή και την κυβέρνηση δεν φωνεί υπέρ της δημοκρατικότητας των εκλογικών νόμων μας. Δεν εφαρμόζεται δηλαδή η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που θα μας επέβαλε να ψηφίζουμε χωριστά για την κυβέρνηση, δηλαδή την εκτελεστική εξουσία και χωριστά για την Βουλή, δηλαδή την νομοθετική. Και βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται για την τρίτη εξουσία, την δικαστική.
Όμως, όπως συμβαίνει ακόμη και σε μοντέλα σαν το γαλλικό ή ακόμη περισσότερο σαν το αμερικανικό, όπου επιχειρείται να υλοποιηθεί η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, με δεδομένη την θεσμοθέτηση των κομμάτων και την ισχύ τους είναι βέβαιο ότι θα υπήρχε ή θα δημιουργείτο αμέσως κοινό κέντρο αποφάσεων – το κόμμα κι ο αρχηγός του. Άρα στην πράξη θα είχαμε κατάργηση ή έστω νόθευση του προτύπου του Montesqieu. Και αφού δεν τίθεται τέτοιο θέμα με τον νέο νόμο δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσω τους συλλογισμούς σ αυτή την διαδρομή.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό, δηλαδή το όριο του 3% επίσης διατηρείται. Θα μου επιτρέψτε να το σχολιάσω όμως εν ολίγοις κάπως αργότερα.
Όσον αφορά την ενισχυμένη αναλογική, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να απομακρύνεται απ τα ειωθότα. Επειδή όμως η ενίσχυση του πρώτου κόμματος υπήρξε πάντοτε σημείο τριβής στην πολιτική μας σκηνή και είναι κυρίαρχο αίτημα των μικρότερων κομμάτων της βουλής που βρίσκουν εκεί ένα εύκολο πεδίο κριτικής εναντίον των μεγάλων θα το συζητήσουμε αναλυτικά.
Το τέταρτο χαρακτηριστικό αλλάζει όπως φαίνεται ριζικά. Το γερμανικό μοντέλο, του οποίου προσέγγιση φαίνεται ότι έχει προκρίνει η κυβέρνηση, έχει ως χαρακτηριστικό του μονοεδρικές περιφέρειες. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση δεν είναι τόσο αυστηρή και επιτρέπει και κάπως μεγαλύτερες, αλλά πάντως απομακρυνόμαστε πολύ απ το μοντέλο των μεγάλων περιφερειών των 10, 20 και περισσότερων εδρών. Θα το δούμε κι αυτό όσο πιο αναλυτικά γίνεται.
Το τελευταίο σημείο που θα σχολιάσουμε επίσης είναι τα διπλά ψηφοδέλτια που επίσης προβλέπει το γερμανικό μοντέλο, αποσυνδέοντας την ψήφο προς το κόμμα απ την ψήφο προς το πρόσωπο. Η αποσύνδεση αυτή είναι πολύ ενδιαφέρουσα μια και είναι εντελώς νέα στο πολιτικό μας τοπίο και φυσικά θα την σχολιάσουμε.
Ας αρχίσουμε όμως απ τα τετριμμένα. Περί απλής ή ενισχυμένης αναλογικής ο λόγος λοιπόν.
Το μέγεθος της ενίσχυσης του πρώτου κόμματος ήταν το κύριο σημείο αλλαγών στους εκλογικούς μας νόμους. Και οι αλλαγές αυτές ήταν συνταρακτικές. Απ τον νόμο Κουτσόγιωργα του ‘89 που κατάφερνε να δίνει 150 αλλά όχι 151 βουλευτές στο πρώτο κόμμα με πάνω από 46% έως τον νόμο Κούβελα που με 33% εδώριζε αυτοδύναμη κυβέρνηση στον πρώτο, οι διαφορές δεν είναι καθόλου μικρές.
Δεν ήταν τυχαίο ότι οι συζητήσεις για τους εκλογικούς νόμους αφορούσαν κυρίως την αναλογικότητα ή την ενίσχυση του πρώτου κόμματος. Και οι συζητήσεις δεν ήταν λίγες, αφού κι οι αλλαγές εκλογικού νόμου ήταν μπόλικες. Έξι αλλαγές –τόσες μέτρησα - σε 35 χρόνια είναι ρεκόρ για τα δεδομένα των κουτόφραγκων που κρατάν σταθερούς τους νόμους τους.
Μ αυτή την προϊστορία θα διακινδυνεύσω την πρόβλεψη ότι μεγάλο μέρος της συζήτησης που θα διεξαχθεί για τον νέο εκλογικό νόμο θα εστιαστεί και πάλι στην ενίσχυση του πρώτου κόμματος και το κατά πόσον αυτή είναι δίκαιη, έστω κι αν όπως έχει δηλωθεί επανειλημμένα θα είναι στα πλαίσια του νόμου Σκανδαλίδη, δηλαδή των 40 εδρών. Είναι λοιπόν λογική αυτή η ενίσχυση; Δεν θα έπρεπε να πάμε στο μόνο δίκαιο σύστημα, που είναι η απλή, ανόθευτη και άδολη αναλογική;
Η αυθόρμητη απάντηση οποιουδήποτε καλοπροαίρετου πολίτη είναι φυσικά καταφατική. Κάποιοι πολίτες, λίγοι είναι η αλήθεια, αν και συμφωνούν περί του δικαίου, προτάσσουν την αποτελεσματικότητα και παρατηρούν ότι στην Ελλάδα οι συνεργασίες είναι δύσκολες. Προτείνουν δε και τα παραδείγματα των χαζοχαρούμενων κυβερνήσεων Τζανετάκη και Ζολώτα ως εμπειρική απόδειξη του ισχυρισμού τους.
Η δική μου γνώμη είναι κάπως διαφορετική. Ξεκινάει με την παρατήρηση τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο τα παρουσιάζουν οι συνήθεις συζητήσεις. Και θα ήθελα να σας πείσω γι αυτό για να μπορέσω να προχωρήσω στα επόμενα.
Οι μελέτες των εκλογικών συστημάτων άρχισαν να διεξάγονται στην Ευρώπη και την Αμερική γύρω στην περίοδο της Αμερικάνικης και της Γαλλικής Επανάστασης, κι αυτό ήταν φυσικό αφού προηγουμένως δεν ετίθετο καν θέμα ψήφου. Ένας απ τους διάσημους πρωτοπόρους της μελέτης του θέματος των εκλογικών συστημάτων ήταν ο μαρκήσιος de Condorcet.
Μαρκήσιος και δημοκρατικός, φλογερός διανοούμενος και ψυχρός μαθηματικός, επαναστάτης και μετριοπαθής ο Condorcet είναι απ τις πολύ ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της εποχής και είναι μάλλον ο πρώτος που μελέτησε σχετικά αυστηρά τους τρόπους εκλογής προτείνοντας και μια μέθοδο για την επιλογή μεταξύ υποψηφίων. Η μέθοδος πήρε το όνομά του, κι ακολουθείται μέχρι σήμερα σε περιπτώσεις επιλογής μελών διοικητικών συμβουλίων από πολύ σοβαρές επιχειρήσεις και οργανισμούς.
Ο μαρκήσιος λοιπόν, μελετώντας τις μεθόδους εκλογής έπεσε μπρος σε ένα παράδοξο που κι αυτό πήρε το όνομά του. Το παράδοξο, σε απλή μορφή μπορεί να γίνει εμφανές αν σκεφτούμε τρείς ψηφοφόρους, τους 1, 2 και 3, που επιλέγουν μεταξύ των Α, Β και Γ, με διαβαθμίσεις μεταξύ των τριών. Την προτίμηση θα αναπαραστήσουμε με το σύμβολο του μεγαλύτερου, το >. Έστω λοιπόν ότι οι επιλογές τους είναι :
1: Α>Β>Γ
2: Β>Γ>Α
3: Γ>Α>Β
Το παράδοξο συνίσταται στο ότι ο 1 και ο 2 –δηλαδή η πλειοψηφία- προτιμούν τον Β απ τον Γ. Αλλά τώρα παρατηρούμε ότι ο 1 και ο 3 –δηλαδή πάλι η πλειοψηφία- προτιμά τον Α απ τον Β, άρα θα πρέπει να προτιμηθεί ο Α, απ τον οποίο όμως πάλι η πλειοψηφία, οι 2 και 3, προτιμούν τον Γ.
Πριν 2.500 χρόνια, ο Πλάτων στην Πολιτεία του αντιστοίχισε την πολιτεία με ένα άνθρωπο αντιστοιχίζοντας βέβαια και τις αρετές και τα ελαττώματά τους. Αν κάνουμε κι εμείς το ίδιο, σκεφτούμε το εκλογικό σώμα σαν ένα ενιαίο όν και το αντιστοιχίσουμε με ένα άνθρωπο, το παράδοξο γίνεται ακόμα εμφανέστερο. Έχουμε κάποιον ο οποίος καλούμενος να επιλέξει μεταξύ βότκας και καφέ επιλέγει καφέ, μεταξύ καφέ και τσαγιού επιλέγει τσάι και μεταξύ τσαγιού και βότκας επιλέγει βότκα.
Βρισκόμαστε σε μια παραλλαγή του προβλήματος του γαιδάρου του Buridan, ενός σχολαστικού του 14ου αιώνα που έλεγε ότι ένας γάιδαρος με δυο δεμάτια σανό σε ίσες αποστάσεις θα πέθαινε απ την πείνα γιατί δεν θα μπορούσε να προτιμήσει ένα απ τα δυό. Το ότι ο Buridan είχε απλώς παραφράσει τον Αριστοτέλη στο περί Ουρανού δεν είναι τόσο γνωστό και για την συζήτησή μας είναι αδιάφορο. Το σημαντικό είναι ότι έχουμε μια θανατηφόρα κατάσταση, ένα πλήρες αδιέξοδο. Κι αυτό είναι το πρώτο πλήγμα κατά της απλοϊκής άποψης ότι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα.
Δυο αιώνες περίπου μετά τον Condorcet, στην δεκαετία του 1950, ο Kenneth Arrow στο βιβλίο του Social Choice and Individual Values συνέταξε ένα κατάλογο προϋποθέσεων για το πώς θα έπρεπε να είναι ένα δίκαιο εκλογικό σύστημα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι τόσο λογικές που κανείς άνθρωπος στα συγκαλά του δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει μαζί τους. Το συμπέρασμα όμως του Arrow είναι ότι κανένα εκλογικό σύστημα δεν μπορεί να τις πληροί. Η δουλειά του αυτή είναι δεκτή ως θεώρημα, που ονομάστηκε Arrow’s impossibility theorem, και ο Arrow πήρε το βραβείο Nobel για αυτή δυο δεκαετίες αργότερα. Φυσικά κι αυτός βρήκε ένα παράδοξο, που ονομάστηκε, πώς αλλιώς, παράδοξο του Arrow και είναι εξέλιξη του παραδόξου του Condorcet.
Βραβείο Nobel πήρε επίσης και ο Amartya Sen, αρκετά πιο πρόσφατα, χρησιμοποιώντας και επεκτείνοντας τα συμπεράσματα του Arrow, και προτείνοντας μεταξύ άλλων ένα πολύ ενδιαφέρον δικό του παράδοξο. Επειδή όμως οι εργασίες των Arrow και Sen και πολλά μαθηματικά έχουν και αφορούν για λόγους γενικότητας και τις διαβαθμίσεις των επιλογών, πράγμα που δεν επιτρέπουν τα υπάρχοντα εκλογικά συστήματα, θα μείνω σε μια απλούστευση του Arrow, την γνωστή ως θεώρημα των Gibbard–Satterthwaite.
Οι Gibbard–Satterthwaite λοιπόν απέδειξαν (μαθηματικά, θεώρημα είναι) ότι για την επιλογή μεταξύ τριών ή περισσότερων υποψηφίων θα ισχύει υποχρεωτικά μια απ τις παρακάτω προτάσεις:
1. Θα έχουμε δικτατορία (ένας επιλέγει τον νικητή).
2. Θα υπάρχει κάποιος ή κάποιοι υποψήφιοι που δεν μπορούν να κερδίσουν.
3. Η ψήφος θα είναι στρατηγική, δηλαδή κάποιοι δεν θα ψηφίζουν αυτόν που προτιμούν αλλά κάποιον άλλον για να παράγουν αποτελέσματα πλησιέστερα σ αυτό που θέλουν.
Εξαιρώντας την πρώτη πρόταση για προφανείς λόγους, θα ήθελα να παρατηρήσετε ότι στην Ελλάδα η δεύτερη και τρίτη πρόταση ισχύουν. Ασφαλώς υπάρχουν υποψήφιοι που είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι δεν μπορούν να κερδίσουν. Στην πραγματικότητα το σύστημά μας είναι δικομματικό, δεν υπάρχουν πάνω από δυο υποψήφιοι που να μπορούν να κερδίσουν.
Επίσης ασφαλώς μας είναι συνηθέστατη η περίπτωση της στρατηγικής ψήφου, με το παράδειγμα του πολίτη που για παράδειγμα ψηφίζει ΚΚΕ όχι επειδή το προτιμά αλλά επειδή έτσι θέλει να δώσει ένα μάθημα στον ΣΥΡΙΖΑ που δεν συνεργάζεται με το ΠΑΣΟΚ για να κυβερνήσει, το οποίο επίσης δεν θέλει αλλά θα προτιμούσε απ την Νέα Δημοκρατία που ενδέχεται να συνεργαστεί με το ΛΑΟΣ και να κερδίσει με αποτέλεσμα να δει τον Καρατζαφέρη στην κυβέρνηση πράγμα που δεν θέλει με τίποτε.
Η αποτίμηση όλων αυτών καταλήγει στην επωδό «δίκαιο σύστημα δεν υπάρχει». Για λόγους σχολαστικότητας μια και δεν πρόκειται να το σχολιάσω, θα προσθέσω ότι αυτό ισχύει για πάνω από δυο κόμματα. Κι αυτό είναι απολύτως ακριβές και μαθηματικά τεκμηριωμένο. Μήπως όμως η απλή αναλογική είναι απ τα μη δίκαια συστήματα το λιγότερο άδικο; Η απάντησή μου κι εδώ είναι όχι. Θεωρώ ότι όχι απλώς είναι εξίσου άδικο, αλλά είναι και παράλογο.
Ο λόγος είναι πολύ απλός. Εκ του ότι δυο ή περισσότερα κόμματα έχουν άθροισμα ψήφων πάνω από 50% δεν συνάγεται με κανένα τρόπο ότι ο συνασπισμός τους έχει την λαϊκή πλειοψηφία. Και δεν συνάγεται γιατί κανείς δεν ψήφισε αυτόν τον συνασπισμό, οι πολίτες ψήφισαν τα κόμματα. Οι ψήφοι υπέρ του συνασπισμού τους είναι ακριβώς μηδέν αφού ο συνασπισμός δεν εξετέθη στην λαϊκή ψήφο. Επομένως το να κυβερνά ο συνασπισμός είναι η χειρότερη δυνατή επιλογή, έχουμε μια κυβέρνηση που απλώς δεν ψηφίστηκε από κανένα.
Επειδή κατά την διάρκεια άσπονδων φιλικών συζητήσεων της τελευταίας τριακονταετίας έχω παρατηρήσει ότι το προηγούμενο επιχείρημα συχνά αντιμετωπίζεται με δυσπιστία θα ήθελα να επιμείνω λίγο με μια σκέψη και με δυο παραδείγματα.
Η σκέψη είναι ότι αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένας άξονας αριστεράς- δεξιάς, κάθε κόμμα καταλαμβάνει ένα μέρος του με κάποιες επικαλύψεις. Κάθε κόμμα έχει ένα δεξιότερο κι ένα αριστερότερο τμήμα. Μια σύμπραξη ενός κόμματος με κάποιο που βρίσκεται δεξιά του ασφαλώς ενοχλεί τους πιο αριστερούς ψηφοφόρους του κόμματος και αντίστροφα. Και το ποσοστό ψηφοφόρων ενός κόμματος σε κάθε ένα απ τα τμήματά του δεν καθορίζεται εκλογικά. Επομένως ποτέ δεν γνωρίζουμε την πραγματική θέληση των ψηφοφόρων των κομμάτων για συμπράξεις. Το δε γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνον ένας άξονας παρά μόνο στις απλοϊκές αντιμετωπίσεις της πολιτικής κάνει την έκφραση τέτοιου τύπου θελήσεων περίπου αδύνατη. Πάμε όμως σε παραδείγματα.
Υποθέστε ότι στις προηγούμενες εκλογές το ΠΑΣΟΚ έπαιρνε 46% αλλά με εκλογικό σύστημα την απλή αναλογική δεν έπαιρνε πλειοψηφία, άρα δεν έκανε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ας υποθέσουμε επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιρνε πάνω από 5% άρα το άθροισμα των ψήφων τους ήταν 51%. Ξανά ας υποθέσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ κατάφερνε να τα βρει με τον ΣΥΡΙΖΑ και να κάνουν κυβέρνηση συνασπισμού. Νομίζετε ότι αυτή η κυβέρνηση θα είχε την λαϊκή έγκριση;
Ο δικός μου ισχυρισμός είναι ότι δεν θα την είχε ούτε εκ των προτέρων ούτε εκ των υστέρων. Πολλοί πολίτες που ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ των προηγούμενων εκλογών ήταν ένα κόμμα με επιβλαβείς απόψεις σε μεγάλο εύρος θεμάτων, και αντιστρόφως πολλοί από όσους ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ένα δεξιό κόμμα που υπηρετεί το κεφάλαιο. Αυτή εξάλλου ήταν η επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως η σύμπραξη των δύο κομμάτων προφανώς θα συναντούσε την αντίδραση των πολιτών αυτών, το σύνολο των οποίων δεν ξέρουμε πόσο μεγάλο είναι, αλλά σίγουρα είναι μεγαλύτερο από 1%, άρα πάλι ο συνασπισμός των κομμάτων δεν έχει την πλειοψηφία. Και ασφαλώς θα ήταν πολύ πιθανό το ενδεχόμενο να είναι αθροιστικά μεγαλύτερο από 5%, δηλαδή να έχει ψήφους λιγότερες απ το ΠΑΣΟΚ μόνο του.
Ένα δεύτερο παράδειγμα, ίσως ακόμη πιο διαφωτιστικό αφού υπάρχουν και κάποιες μετρήσεις, θα ήταν το ενδεχόμενο σύμπραξης ΝΔ και ΛΑΟΣ, την οποία μάλιστα ο κ. Καρατζαφέρης επεδίωκε. Τώρα, όπως μετρήθηκε απ τις εσωτερικές εκλογές της ΝΔ, η κ. Μπακογιάννη είχε το 40% μέσα στην ΝΔ. Αλλά οι απόψεις της κ. Μπακογιάννη υπήρξαν το κόκκινο πανί για τον ΛΑΟΣ και αντιστρόφως η κ. Μπακογιάννη συχνότατα εκφράστηκε απαξιωτικά για τις απόψεις του ΛΑΟΣ. Μια σύμπραξη των δυο κομμάτων δεν θα συναντούσε την σφοδρή αντίρρηση της κ. Μπακογιάννη και των οπαδών της; Κι αν ας πούμε η ΝΔ είχε πάρει το 44% και το ΛΑΟΣ 7% ώστε το άθροισμα να βγάζει 51%, δεν θα έπρεπε να αφαιρέσουμε το 40% του 44% που δεν θα ήθελε την σύμπραξη εκ μέρους της ΝΔ; Αυτό όμως είναι 18%, που σημαίνει ότι πιθανή σύμπραξη θα είχε ενδεχομένως 51%-18%, άρα μόνον 33%, δηλαδή λιγότερο απ ότι υποθέσαμε ότι θα είχε πάρει η ΝΔ. Και δεν αφαίρεσα ακόμη το ποσοστό των οπαδών του ΛΑΟΣ που θα διαφωνούσαν.
Αυτή όμως η εκ των προτέρων λαϊκή έγκριση δεν είναι το πιο αδύνατο σημείο των επιχειρημάτων των οπαδών της απλής και άδολης αναλογικής. Μια συγκυβέρνηση θα έπρεπε να καταλήξει έστω εκ των υστέρων σε μια συμφωνία για την πολιτική που θα ακολουθηθεί. Επομένως θα έπρεπε να αλλάξουν οι θέσεις και των δυο κομμάτων, καταλήγοντας σε ένα σημείο συνάντησης που δεν έχει την παραμικρή συμφωνία των πολιτών. Όπως οι παλιότεροι θα θυμούνται, η κυβέρνηση Τζανετάκη, προϊόν συμφωνίας μεταξύ της ΝΔ και του τότε Συνασπισμού της Αριστεράς γρήγορα κατηγορήθηκε από την τεράστια πλειονότητα και της αριστεράς και της ΝΔ.
Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν με την κυβέρνηση Ζολώτα στην οποία συνέπραξαν και τα τρία κόμματα της τότε Βουλής, δηλαδή είχε την στήριξη του 100%, όχι του 51%. Σε κάποιες μετρήσεις κατάταξης των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης αυτές οι δυο κυβερνήσεις είχαν την χαμηλότερη βαθμολογία, υποστηριζόμενες από ποσοστά κάτω του 5% του ελληνικού λαού. Δεν χρειάζεται φυσικά να θυμίσω ότι αυτές οι κυβερνήσεις προέκυψαν με τον αναλογικότερο εκλογικό νόμο της μεταπολιτευτικής μας ζωής, που δεν επέτρεπε σε ποσοστά άνω του 46% να παράγουν κυβέρνηση.
Φυσικά οι επίμονοι οπαδοί της απλής, άδολης και ανόθευτης αναλογικής συχνά δεν σταματούν εδώ, αλλά προχωρούν κι άλλο στον κατήφορο της αντίληψής τους. Ο επόμενος ισχυρισμός τους σ αυτήν την επιχειρηματολογία είναι ότι η θέσπιση της απλής αναλογικής θα δημιουργούσε συναινέσεις απ την αρχή. Αυτό όμως με τη σειρά του σημαίνει ότι τα κόμματα θα άλλαζαν εκ των προτέρων τις απόψεις τους ευνοώντας τις συναινέσεις.
Η λογική αυτή όμως σημαίνει ότι οι απόψεις των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μικρών, αλλάζουν ανάλογα με το πόσο κοντά στην εξουσία είναι. Κι αυτό δείχνει πλήρη αναξιοπιστία των κομμάτων, και μάλιστα των μικρών που κατηγορούν τους μεγάλους ακριβώς διότι φθείρονται απ την εγγύτητα προς την εξουσία, σωστά;
Κι όχι μόνον αυτό. Το επιχείρημα περιλαμβάνει την προκειμένη ότι οι ενώ οι συναινέσεις θα προωθούνται προεκλογικά, οι συμφωνίες θα γίνουν μετεκλογικά. Γιατί όμως; Γιατί να μη γίνουν και οι συμφωνίες προεκλογικά να ξέρουμε τι ψηφίζουμε, με δεδομένο μάλιστα ότι όπως λένε οι συναινέσεις θα έχουν δημιουργηθεί; Ο μόνος λόγος γι αυτό είναι το ψάρεμα ψηφοφόρων στα θολά νερά. Μήπως η άδολη αναλογική και οι υπερασπιστές της δεν είναι καθόλου άδολοι;
Συνολικά το επιχείρημά μου είναι απλό. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μια ομάδα 11 ατόμων που θέλουν να βγουν μαζί το βράδυ. Ψηφίζουν 5 υπέρ μιας παραλιακής ταβέρνας, 4 υπέρ της πρότασης να δουν το Avatar και 2 υπέρ της πρότασης να δουν ένα ουγγροιαπωνικό αριστούργημα υπέρ του οποίου εξεφράσθη ενθουσιωδώς ο Αγγελόπουλος. Θα θεωρούσατε λογικό, επειδή 6 προτείνουν κινηματογράφο να πάνε κινηματογράφο; Κι αν πάνε, που θα πάνε; Μήπως απ το Avatar οι δυο σινεφίλ θα προτιμούσαν την ταβέρνα; Κι αν καταλήξουν σε μια τρίτη άσχετη ταινία, ποιός την έχει ψηφίσει αυτήν; Και ποιος θα την ευχαριστηθεί;
Το μόνο επιχείρημα υπέρ της απλής αναλογικής που απομένει είναι αυτό που κάποιες φορές χρησιμοποιεί το ΚΚΕ, δηλαδή της «έκφρασης του λαού» που τώρα δεν εκφράζεται όπως θέλει αφού προσπαθεί να ψηφίσει κάτι που υπάρχει πιθανότης να εφαρμοστεί, άρα τα μεγάλα κόμματα που έτσι κλέβουν ψήφους απ τα μικρά. Αλλά αυτό έχει ήδη απαντηθεί απ το θεώρημα των Gibbard-Satterthwaite που μιλάει για στρατηγική ψήφο, δηλαδή ότι οι πολίτες δεν εκφράζονται, δεν εκφράζουν την προτίμησή τους, κι αυτό ανεξαρτήτως νόμου, ανεξάρτητα απ το αν θα υπάρχει ή όχι απλή αναλογική. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός υπονοεί παμπόνηρα, χωρίς να το λέει φυσικά, ότι με απλή αναλογική το ΚΚΕ πχ θα μπορούσε να συγκυβερνήσει κατά την άποψη του λαού που θα το ψήφιζε και τώρα δεν το ψηφίζει επειδή δεν μπορεί. Αλλά τότε που πάνε τα επιχειρήματα για τις δυο πολιτικές των 5 κομμάτων που είναι ασυμβίβαστες;
Το συμπέρασμά μου είναι νομίζω σαφές. Η απλή αναλογική είναι ένα σύστημα που παράγει κυβερνήσεις χωρίς πρόγραμμα λόγω εσωτερικών διαφωνιών, ή με πρόγραμμα που προκύπτει από συμφωνίες που γίνονται εν κρυπτώ και παραβύστω και που βέβαια δεν έχουν την έγκριση του λαού. Η διαφάνεια πάει περίπατο και οι ηγεσίες των κομμάτων παίρνουν λευκή επιταγή για να κάνουν ότι ακριβώς θέλουν ερήμην του λαού. Αντίο δημοκρατία. Και η έγκριση του λαού δεν υπάρχει ούτε λογικά ούτε ιστορικά, ούτε a priori ούτε a posteriori δηλαδή, για να εισαγάγω τώρα και την Καντιανή διάσταση των ελληνικών όρων «εκ των προτέρων» και «εκ των υστέρων». Αφήστε που τα επιχειρήματα υπέρ της απλής αναλογικής είναι έμπλεα δόλου που δεν συνάδει καθόλου με τις διακηρύξεις υπέρ της.
Αυτός όμως ο δόλος των μικρών κομμάτων εμφανίζεται πεντακάθαρα και σ ένα άλλο σημείο. Στον περιορισμό που ίσχυσε απ το ΄74 σε όλα τα εκλογικά συστήματα, που είναι το φράγμα του 3%. Το 5% του ελληνικού λαού στις προηγούμενες εκλογές ψήφισε κόμματα που δεν έβγαλαν βουλευτές επειδή δεν συγκέντρωσαν το 3%. Όμως το 5% αντιστοιχεί σε 15 βουλευτές που δεν παρίστανται στο κοινοβούλιο και εξαιτίας της ρύθμισης. Εδώ τι συνέβη στο αίσθημα δικαίου των μικρών εντός κοινοβουλίου κομμάτων που απαιτεί την έκφραση της θέλησης του λαού;
Η απάντηση βέβαια είναι ότι υπάρχει το θέμα των τουρκοφώνων της Θράκης που χωρίς αυτό το όριο θα ήταν δυνατόν να στείλουν κάποιο δικό τους κόμμα στην βουλή. Αλλά αυτό απλώς αλλάζει το θέμα. Μπορεί αυτή η ρύθμιση να είναι εξαιρετικά λογική υπό τις παρούσες συνθήκες, όμως αυτό δεν δικαιώνει όσους βλέπουν την αδικία μόνον όταν την υφίστανται αυτοί και όχι όταν την υφίστανται άλλοι. Όποιος δεν βλέπει την αδικία όταν τον ωφελεί δεν δικαιούται να μιλάει για δικαιοσύνη, ούτε καν να επικρίνει όσους συμπεριφερόμενοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τον αδικούν.
Το λέω αυτό διότι φυσικά δεν είναι μόνον το θέμα της Θράκης. Κανείς δεν ξέρει τι ψήφους θα έπαιρναν τα μικρότερα κόμματα που τώρα δεν μπαίνουν στην Βουλή αν το όριο ας πούμε έπεφτε στο 1%. Υπάρχουν τουλάχιστον 8-9 κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής σήμερα αριστεράς κι άλλα 2-3 της δεξιάς που συμμετέχουν σε εκλογές με διάφορα ονόματα και παίρνουν ποσοστά κάτω του 1%. Συνήθως θεωρούμε την ψήφο σ αυτά ψήφο διαμαρτυρίας και ξεμπερδεύουμε.
Όμως κατ αυτή την έννοια, κόμματα διαμαρτυρίας είναι και τα τρία κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης αφού δεν έχουν πιθανότητες να κυβερνήσουν ή να συμμετέχουν σε κυβέρνηση λόγω του εκλογικού συστήματος, και που κατηγορούν τα δυο μεγάλα ότι έτσι τους κλέβουν ψήφους.
Είναι όμως ασφαλώς δυνατόν, και μάλιστα πολύ πιθανόν κάποιοι που θα ήθελαν να ψηφίσουν τα πολύ μικρά κόμματα, ξέροντας ότι δεν πρόκειται να μπουν στην Βουλή, να ψηφίζουν τα συγγενέστερα προς αυτά που όμως μπαίνουν στην Βουλή. Κι αυτό δεν θα το έκαναν αν το όριο ήταν 1% και άρα είχαν πιθανότητες για έδρες στο κοινοβούλιο. Επομένως αυτό το όριο ενισχύει τα 3 κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ενισχύονται τα δυο μεγάλα από πολίτες που θα ήθελαν να ψηφίσουν τα τρία μικρά. Γι αυτό όμως δεν ακούω κουβέντα απ τα τρία μικρότερα κόμματα της Βουλής.
Ελπίζω να είναι ήδη σαφές ότι η απλή, ανόθευτη και άδολη αναλογική δεν μπορεί να είναι η προτιμότερη επιλογή, ούτε καν μια ανεκτή επιλογή εκτός από κάποιες περιπτώσεις για τις οποίες θα πω δυο κουβέντες στο επόμενο post. Το ερώτημα φυσικά είναι αν υπάρχει κάτι που δικαιολογεί την απομάκρυνση απ την αναλογική με σκοπό την ενίσχυση του πρώτου κόμματος εκτός απ τον παραλογισμό της απλής αναλογικής και των μετεκλογικών συνεργασιών.
Το επιχείρημα είναι απλό και με παράδειγμα είναι ακόμη απλούστερο. Στις προηγούμενες εκλογές το ΠΑΣΟΚ ψηφίστηκε απ το 44%. Τα αποτελέσματα όμως αφορούσαν το 71% των ψηφοφόρων, διότι οι υπόλοιποι, το 29% απείχαν. Η αποχή απ τις εκλογές σημαίνει ασφαλώς αδιαφορία για το αποτέλεσμα των εκλογών. Η αδιαφορία όμως, όπως και να το δει κανείς είναι μορφή ουδετερότητας. Επομένως, η κυβέρνηση είχε το 44% του 71% υποστήριξη και 29% αδιαφορία, δηλαδή 31% του συνόλου θετική ψήφο και 29% ουδέτερη, δηλαδή μη αρνητική. Επομένως είναι αποδεκτή απ το 60% του λαού, κι αυτό της δίνει το δικαίωμα να κυβερνά.
Φυσικά αυτή η ουδετερότητα θα ίσχυε για οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε κόμμα ή σύμπραξη κομμάτων θα την είχε επίσης δεδομένη, άρα με 21% οποιοδήποτε κόμμα θα μπορούσε να κυβερνήσει γιατί θα εδικαιούτο την ανοχή του 29% που δεν εψήφισε. Αλλά μεταξύ των πολλών δικαιουμένων την πρόσθεση αυτή της ανοχής, φυσικά προτιμότερος είναι ο πρώτος.
Το επιχείρημα αυτό, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο είναι ισχυρό, κι έχει και εμπειρική βάση που προκύπτει απ τις πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τις εκλογές. Θυμηθείτε ότι συνήθως μετά τις εκλογές οι κυβερνήσεις που παίρνουν ποσοστά κοντά στο 40-45%, εμφανίζουν στήριξη κοντά στο 60% και παραπάνω, πράγμα ακριβώς που το επιχείρημα αυτό τονίζει. Όμως έχει δυο λεπτά σημεία κι ένα τρίτο που ασφαλώς πρέπει να προσεχτεί για να μη στρεβλώνεται το σύστημα.
Το πρώτο είναι ότι θα πρέπει οι κατάλογοι ψηφοφόρων να είναι πλήρως ενημερωμένοι, διότι δεν μπορεί να γίνεται δεκτή ως ανοχή η μη ψήφος των πεθαμένων. Στην Ελλάδα με τα εξαιρετικά πληροφοριακά συστήματα οι κατάλογοι ενημερώνονται όποτε δεν βαριόμαστε, κι αυτό υπονομεύει την εκλογική διαδικασία.
Το δεύτερο σημείο είναι ότι αυτή η μη ψήφος, ως ουδέτερη, είναι ουδέτερη και για τα επιχειρήματα των αντιπολιτευομένων. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι αν τα επιχειρήματα της αντιπολίτευσης γίνουν κάποια στιγμή αποδεκτά απ την πλειονότητα των μη αδιάφορων, η ουδετερότητα πια ευνοεί αυτά. Δηλαδή από ένα σημείο και μετά, αν το κυβερνητικό σχήμα χάνει ψήφους, η πολιτική ισχύς μεταφέρεται απότομα απ αυτό προς την αντιπολίτευση. Κι αυτό επίσης είναι ένα σημείο σαφέστατα παρατηρήσιμο στα δεδομένα των δημοσκοπήσεων απ την μεταπολίτευση και μετά.
Το τρίτο σημείο είναι ότι φυσικά η ενίσχυση δεν πρέπει να είναι τόσο μεγάλη ώστε να βγαίνει κυβέρνηση και με 21%. Η ενίσχυση αφαιρεί βουλευτικές έδρες απ τα μικρότερα κόμματα, που εξ αιτίας των ορίων του κανονισμού της βουλής για την έννοια του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας μπορεί τελικά να μην έχουν λόγο, πράγμα απαράδεκτο. Πιθανότατα ένα όριο πάνω απ το 40% είναι λογικό, και κάπου εκεί πάει η ενίσχυση του νόμου Σκανδαλίδη, που φαίνεται ότι θα διατηρηθεί.
Τα εκλογικά συστήματα δεν είναι δίκαια. Κανένα από αυτά. Και βέβαια κι ο λαός δεν τα αντιμετωπίζει καθόλου έτσι, τα αντιμετωπίζει ακριβώς όπως προτείνουν οι σύγχρονες θεωρίες σαν παίγνιο στου οποίου τους κανόνες προσαρμόζονται και ψηφίζουν με στρατηγικό τρόπο ώστε να παραγάγουν το αποτέλεσμα που θέλουν. Αν οι κανόνες είναι αρκετά λογικοί και παράγουν λογικό πολιτικό αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικοί. Το μόνο που έχει σημασία είναι οι κανόνες αυτοί να είναι σταθεροί ώστε να διευκολύνονται οι στρατηγικές των πολιτών. Και δυστυχώς εδώ δεν τα πάμε και πολύ καλά.
Αρκετά λοιπόν με την συζήτηση περί απλής ή ενισχυμένης αναλογικής. Μας απομένουν όμως τα περί εκλογικών περιφερειών και των διπλών ψηφοδελτίων που θα τα δούμε στο επόμενο post.